Skip to main content

Από το "Τέλειο" στο "Αρκετό": η Τέχνη του να Τολμάς να Φαίνεσαι

Από το "Τέλειο" στο "Αρκετό": η Τέχνη του να Τολμάς να Φαίνεσαι

Υπάρχει μια εικόνα που περιγράφει με εκπληκτική ακρίβεια την εσωτερική δυναμική της σύγχρονης καθημερινότητάς μας: όταν η τελειομανία οδηγεί το όχημα της ζωής μας, η ντροπή κάθεται πάντα στη θέση του συνοδηγού και ο φόβος είναι ο ενοχλητικός επιβάτης που φωνάζει ακατάπαυστα από το πίσω κάθισμα. Αυτή η μεταφορά, η οποία πηγάζει από το έργο της ερευνήτριας Brené Brown (2010), αποκαλύπτει μια οδυνηρή αλλά αναγκαία αλήθεια. Η επιδίωξη της τελειότητας δεν είναι, όπως συχνά νομίζουμε, μια ευγενής αναζήτηση της αριστείας. Είναι μια στρατηγική επιβίωσης, ένας αμυντικός μηχανισμός που τροφοδοτείται από την ανάγκη μας να αποφύγουμε την κριτική, την απόρριψη και τον πόνο της ανεπάρκειας. Στην πραγματικότητα, η τελειομανία λειτουργεί ως ένας «θώρακας» που κουβαλάμε με την ελπίδα ότι θα μας προστατεύσει, ενώ το μόνο που καταφέρνει είναι να μας εμποδίζει να κινηθούμε ελεύθερα, να αναπνεύσουμε αυθόρμητα και να συνδεθούμε ουσιαστικά με τους άλλους.

Η τελειομανία αποτελεί ένα από τα πιο παρεξηγημένα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Στο σχολικό περιβάλλον επιβραβεύεται ως απόλυτη αφοσίωση, στις συνεντεύξεις εργασίας παρουσιάζεται ως προτέρημα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξυμνείται ως μια αψεγάδιαστη αισθητική. Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα των τελευταίων ετών είναι κατηγορηματική. Η τελειομανία δεν οδηγεί στην επιτυχία, αλλά στην ψυχική εξάντληση και την αυτοαμφισβήτηση (Curran & Hill, 2019). Για να κατανοήσουμε το γιατί, πρέπει να ορίσουμε τι είναι πραγματικά αυτή η κατάσταση. Πρόκειται για ένα σύστημα σκέψης που ψιθυρίζει: «Αν φαίνομαι τέλειος, αν ζω τέλεια και αν εργάζομαι τέλεια, τότε μπορώ να αποφύγω ή να ελαχιστοποιήσω την κριτική, την κατηγόρια και τη γελοιοποίηση» (Brown, 2012). Με άλλα λόγια, η τελειομανία δεν αφορά την εσωτερική μας ικανοποίηση, αλλά τη διαχείριση της γνώμης των άλλων.

Αυτή η εξωτερική εστίαση δημιουργεί αυτό που ονομάζουμε «κρίση αξιοπρέπειας» ή «κρίση αξιότητας» (worthiness crunch). Όταν η αυτοεκτίμησή μας γίνεται ένα εύθραυστο οικοδόμημα που εξαρτάται αποκλειστικά από την επικύρωση του περιβάλλοντος, τότε η ταυτότητά μας ταυτίζεται επικίνδυνα με την επίδοσή μας. Για έναν έφηβο, αυτό μεταφράζεται στην αγωνία για έναν βαθμό που θα καθορίσει το «ποιος είναι», ενώ για έναν ενήλικα αφορά την επαγγελματική εικόνα ή την προβολή μιας τέλειας οικογενειακής ζωής. Αν το αποτέλεσμα δεν είναι αψεγάδιαστο, ολόκληρος ο εαυτός κλονίζεται. Το άτομο δεν νιώθει απλώς ότι απέτυχε σε μια συγκεκριμένη δοκιμασία, αλλά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ίδιο είναι μια αποτυχία. Αυτή η ταύτιση εαυτού και αποτελέσματος γεννά μια ψυχολογική ακαμψία που ακυρώνει τη χαρά της δημιουργίας και μετατρέπει κάθε νέα προσπάθεια σε μια υπαρξιακή απειλή.

Από την οπτική της Gestalt, η τελειομανία αναλύεται ως μια σοβαρή «αντίσταση στην επαφή». Η ψυχική υγεία, κατά τη Gestalt, ορίζεται από την ικανότητά μας να σχετιζόμαστε αυθεντικά με το «εδώ και τώρα», επιτρέποντας μια συνεχή ροή εμπειριών ανάμεσα σε εμάς και το περιβάλλον μας (Perls, 1969). Ο τελειομανής, όμως, χρησιμοποιεί την ασπίδα του για να διακόψει αυτή την επαφή. Αντί να είναι παρών στη στιγμή, ζει σε ένα διαρκές «εκεί και τότε» ή σε ένα καταναγκαστικό «θα έπρεπε», αποσυνδεδεμένος από τις πραγματικές του ανάγκες. Στον εσωτερικό του κόσμο διεξάγεται μια αδιάκοπη μάχη ανάμεσα στον «Top-Dog» (τον αυταρχικό εσωτερικό κριτή που απαιτεί το τέλειο) και τον «Under-Dog» (το κομμάτι που νιώθει ανεπαρκές και αμύνεται μέσω της αναβλητικότητας). Αυτή η σύγκρουση δημιουργεί μια «ανοιχτή μορφή» (unfinished gestalt), μια εκκρεμότητα που δεν κλείνει ποτέ, καθώς το τέλειο είναι εξ ορισμού ανέφικτο, αφήνοντας το άτομο σε μια κατάσταση διαρκούς ψυχικής πείνας.

Η υπαρξιακή διάσταση αυτής της μάχης είναι εξίσου βαθιά. Ο Υπαρξισμός μας υπενθυμίζει ότι γεννιόμαστε ελεύθεροι να ορίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτή η ελευθερία συχνά προκαλεί ίλιγγο και άγχος. Η τελειομανία λειτουργεί ως μια απέλπιδα προσπάθεια να «παγώσουμε» την εικόνα μας, να γίνουμε ένα στατικό «αντικείμενο» προς θαυμασμό αντί για ένα εξελισσόμενο «υποκείμενο» (Sartre, 1943/1993). Κυνηγώντας μια αψεγάδιαστη βιτρίνα, προδίδουμε την ανθρώπινη φύση μας, η οποία είναι από τη φύση της ατελής και ρευστή. Όπως παρατήρησε ο  Rogers (1961), η ψυχική ομοιόσταση διαταράσσεται όταν το χάσμα ανάμεσα στον «πραγματικό εαυτό» και τον «ιδανικό εαυτό» γίνεται χαώδες. Όσο περισσότερο επενδύουμε στην τέλεια εικόνα για να κερδίσουμε την αποδοχή, τόσο περισσότερο αποξενωνόμαστε από την αυθεντική μας ουσία.

Είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά για τους νέους που μεγαλώνουν σε ένα ψηφιακό περιβάλλον αδιάκοπης σύγκρισης, να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στην τελειομανία και την υγιή προσπάθεια (healthy striving). Η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο κέντρο εστίασης. Η υγιής προσπάθεια είναι εσωτερικά προσανατολισμένη: «Θέλω να το κάνω αυτό και να είμαι ο καλύτερος που μπορώ για μένα». Εδώ, το κίνητρο είναι η αυτοβελτίωση και η περιέργεια. Το λάθος βιώνεται ως απαραίτητο δομικό στοιχείο της μάθησης και η αποτυχία είναι απλώς μια πληροφορία, όχι μια τελεσίδικη ετυμηγορία (Gaudreau, 2019). Η τελειομανία, αντίθετα, είναι εξωτερικά προσανατολισμένη. Ενεργοποιείται από τον φόβο της απόρριψης και την ανάγκη να δείχνουμε τέλειοι ώστε να ανήκουμε. Ενώ η υγιής προσπάθεια οδηγεί σε ανάπτυξη και ανθεκτικότητα, η τελειομανία οδηγεί στην παράλυση, καθώς ο φόβος του «μη τέλειου» αποτελέσματος μας αποτρέπει από το να προσπαθήσουμε καν.

Το αντίδοτο δεν είναι η παραίτηση από τους στόχους μας, αλλά η καλλιέργεια της αυτοσυμπόνιας (self-compassion). Η Kristin Neff (2011) υποστηρίζει ότι το να φερόμαστε στον εαυτό μας με την ίδια καλοσύνη που θα δείχναμε σε έναν φίλο που απέτυχε, είναι η βάση της ψυχικής ανθεκτικότητας. Η αυτοσυμπόνια μας επιτρέπει να αποσυνδέσουμε την αξία μας από τα επιτεύγματά μας. Όταν αποδεχόμαστε την τρωτότητά μας, σταματάμε να βλέπουμε το λάθος ως απειλή για την ύπαρξή μας. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας συνδέεται στενά με την «αναπτυξιακή νοοτροπία» (growth mindset) της Carol Dweck (2006), όπου οι ικανότητες θεωρούνται καλλιεργήσιμες μέσω της προσπάθειας και όχι στατικές ιδιότητες που κρίνονται σε κάθε βήμα.

Η απελευθέρωση από τα δεσμά της τελειομανίας είναι μια καθημερινή άσκηση θάρρους. Σημαίνει να τολμήσουμε να «φανερωθούμε» χωρίς την όποια πανοπλία μας, αναγνωρίζοντας ότι η προστασία που μας προσφέρει η τελειότητα είναι μια ψευδαίσθηση που μας κοστίζει τη χαρά και την αυθεντικότητα. Η πραγματική σύνδεση με τους ανθρώπους και τον κόσμο συμβαίνει στις ρωγμές μας, όχι στις λείες επιφάνειές μας. Στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή, η πρόκληση παραμένει η ίδια: να μετακινηθούμε από τον καταναγκαστικό έλεγχο στην επίγνωση του «εδώ και τώρα».

Κλείνοντας, η διαδρομή προς την ψυχική ελευθερία απαιτεί την επιστροφή στο εσωτερικό μας κέντρο. Απαιτεί τη συνειδητοποίηση ότι η αξία μας είναι εγγενής και δεν μετράται με likes, βαθμούς ή επαγγελματικούς τίτλους. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε το «τέλειο», το οποίο είναι μια στατική και νεκρή κατάσταση, αρχίζουμε επιτέλους να ζούμε το «αρκετό», το οποίο είναι ζωντανό, εξελίξιμο και ανθρώπινο. Η ζωή, η αληθινή, η ατελής, η υπέροχη ζωή, συμβαίνει ακριβώς εκεί που τολμάμε να είμαστε ο εαυτός μας, με όλο το ρίσκο και την ομορφιά που αυτό συνεπάγεται.

Από καρδιάς...

gio.png


Brown, B. (2010). The gifts of imperfection: Let go of who you think you're supposed to be and embrace who you are. Hazelden Publishing.

Brown, B. (2012). Daring greatly: How the courage to be vulnerable transforms the way we live, love, parent, and lead. Gotham Books.

Curran, T., & Hill, A. P. (2019). Perfectionism is increasing over time: A meta-analysis of birth cohort differences from 1989 to 2016. Psychological Bulletin, 145(4), 410–429.

Dweck, C. S. (2006). Mindset: The new psychology of success. Random House.

Gaudreau, P. (2019). On the distinction between excellence striving and perfectionistic striving: A comment on Madigan (2019). Journal of Sport and Exercise Psychology, 41(4), 211–215.

Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (1991). Perfectionism in the self and social contexts: Conceptualization, assessment, and association with psychopathology. Journal of Personality and Social Psychology, 60(3), 456–470.

Neff, K. D. (2011). Self-compassion: The proven power of being kind to yourself. William Morrow.

Perls, F. S. (1969). Gestalt therapy verbatim. Real People Press.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.

Sartre, J. P. (1993). Being and nothingness (H. E. Barnes, Trans.). Washington Square Press. (Original work published 1943).

Smith, M. M., Sherry, S. B., Chen, S., Saklofske, D. H., Mushquash, C., Flett, G. L., & Hewitt, P. L. (2018). The perfectionistic narcissism connection: A review of the literature and a path forward. Personality and Individual Differences, 130, 140–145.

Yontef, G. M. (1993). Awareness, dialogue and process: Essays on Gestalt therapy. Gestalt Journal Press.

Disclaimer: Το παρόν άρθρο παρέχεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς και δεν συνιστά ψυχολογική ή ιατρική γνωμάτευση, διάγνωση ή θεραπευτική παρέμβαση. Το περιεχόμενο δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση και υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Παρότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ακρίβεια και εγκυρότητα των πληροφοριών, ο δημιουργός του παρόντος δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση ή την ερμηνεία του περιεχομένου. Η αξιοποίηση των πληροφοριών γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του αναγνώστη.