Γιατί οι στόχοι σου μένουν μόνο στα λόγια;
Σχεδόν όλοι έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να λέει «από Δευτέρα αλλάζω», «φέτος θα είναι αλλιώς», «κάποια στιγμή θα το κάνω». Οι στόχοι υπάρχουν, οι προθέσεις είναι καλές, όμως στην πράξη κάτι πάντα μπαίνει στη μέση. Και τότε έρχεται η απογοήτευση, μαζί με την αίσθηση ότι ίσως «δεν το έχουμε».
Στην πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα δεν είσαι εσύ.
Είναι ο τρόπος που μαθαίνουμε να θέτουμε στόχους.
Όταν ένας στόχος είναι πολύ γενικός, ο εγκέφαλος δεν ξέρει τι να κάνει με αυτόν. Το «θέλω να αλλάξω» ακούγεται ωραίο, αλλά δεν λέει τίποτα για το τι θα κάνεις αύριο το πρωί. Χωρίς σαφήνεια, δεν υπάρχει κατεύθυνση. Και χωρίς κατεύθυνση, είναι εύκολο να χαθείς ή να τα παρατήσεις. Όσο πιο ξεκάθαρος είναι ένας στόχος, τόσο πιο εύκολο γίνεται να μετατραπεί σε πράξη και να κρατήσει τη θέση του στην καθημερινότητά σου (Locke & Latham, 2002).
Υπάρχει επίσης εκείνο το γνώριμο κενό ανάμεσα στο «το θέλω» και στο «το κάνω». Μπορεί να έχεις πραγματική πρόθεση, αλλά να βρίσκεις τον εαυτό σου να αναβάλλει, να κουράζεται ή να αποσυντονίζεται. Συχνά πιστεύουμε ότι στο μέλλον θα είμαστε πιο πειθαρχημένοι, πιο οργανωμένοι, πιο δυνατοί. Όταν όμως έρθει η στιγμή, τα εμπόδια φαίνονται μεγαλύτερα απ’ όσο τα είχαμε φανταστεί και η καθημερινότητα μας τραβάει πίσω. Χωρίς ένα απλό, ρεαλιστικό πλάνο, η πρόθεση μένει εύκολα στα λόγια (Baumeister & Vohs, 2007).
Ένας άλλος, πιο εσωτερικός λόγος που οι στόχοι δεν προχωρούν είναι η σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας. Αν μέσα σου υπάρχει η φωνή που λέει «δεν θα τα καταφέρω», «το έχω ξαναπροσπαθήσει και απέτυχα», τότε κάθε δυσκολία γίνεται απόδειξη ότι δεν αξίζει να συνεχίσεις. Η πίστη στις δυνατότητές σου παίζει τεράστιο ρόλο στο αν θα επιμείνεις ή θα σταματήσεις στην πρώτη δυσκολία (Bandura, 1997). Δεν χρειάζεται να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις τέλεια. Αρκεί να πιστεύεις ότι μπορείς να προσπαθήσεις λίγο ακόμη.
Το ίδιο σημαντικό είναι και το γιατί πίσω από τον στόχο. Αν ο στόχος σου δεν έχει προσωπικό νόημα, αν δεν συνδέεται με κάτι που πραγματικά θέλεις ή χρειάζεσαι, αργά ή γρήγορα θα χάσει τη δύναμή του. Οι στόχοι που βασίζονται σε «πρέπει» ή στις προσδοκίες των άλλων σπάνια αντέχουν στον χρόνο. Όταν όμως ένας στόχος συνδέεται με τις αξίες σου και με το ποιος θέλεις να είσαι, τότε αποκτά άλλη βαρύτητα και άλλη ενέργεια (Deci & Ryan, 2000).
Ένας τρόπος να κάνεις τους στόχους πιο ανθρώπινους και πιο εφαρμόσιμους είναι να τους δώσεις δομή. Το πλαίσιο SMART δεν έρχεται να σε περιορίσει, αλλά να σε στηρίξει. Ένας στόχος χρειάζεται να είναι συγκεκριμένος, για να ξέρεις τι κάνεις. Μετρήσιμος, για να μπορείς να βλέπεις την πρόοδο. Εφικτός, ώστε να μη σε εξαντλεί πριν καν ξεκινήσεις. Σχετικός με αυτό που έχει σημασία για εσένα και χρονικά οριοθετημένος, για να μην μεταφέρεται συνεχώς στο «κάποια στιγμή». Όταν ο στόχος σπάει σε μικρά, ξεκάθαρα βήματα, παύει να σε τρομάζει. Κάθε μικρή κίνηση γίνεται απόδειξη ότι προχωράς. Η παρακολούθηση της προόδου, ακόμη κι αν είναι αργή, λειτουργεί ενισχυτικά και σου δίνει την αίσθηση ότι έχεις τον έλεγχο (Carver & Scheier, 1998).
Τελικά, η διαφορά δεν βρίσκεται στο πόσο μεγάλος είναι ένας στόχος, αλλά στο πόσο φιλικός είναι προς εσένα, και στο πόσο καλά δομημένος είναι. Όταν οι στόχοι μας είναι σαφείς, ρεαλιστικοί και συνδεδεμένοι με αυτό που πραγματικά έχει σημασία για εμάς, γίνονται μέρος της καθημερινότητάς μας και σταματούν να είναι βάρος. Δεν αλλάζει μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και η σχέση μας με τον εαυτό μας, καθώς μαθαίνουμε να θέτουμε στόχους που μας στηρίζουν, αντί να μας αποθαρρύνουν. Γίνονται μια διαδικασία φροντίδας, μια ήρεμη συμφωνία με τον εαυτό μας ότι αξίζει να προσπαθήσω.
Σας ευχαριστώ

Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. W. H. Freeman.
Baumeister, R. F., & Vohs, K. D. (2007). Self-regulation, ego depletion, and motivation. Social and Personality Psychology Compass, 1(1), 115–128.
Carver, C. S., & Scheier, M. F. (1998). On the self-regulation of behavior. Cambridge University Press.
Deci, E. L., & Ryan, R. M. (2000). The “what” and “why” of goal pursuits: Human needs and the self-determination of behavior. Psychological Inquiry, 11(4), 227–268.
Locke, E. A., & Latham, G. P. (2002). American Psychologist, 57(9), 705–717.
Locke, E. A., & Latham, G. P. (2002). Building a practically useful theory of goal setting and task motivation. American Psychologist, 57(9), 705–717.