Η Φυλακή του «Λίγου»: Μια Ανατομία της Ανθρώπινης Ανεπάρκειας
Φαντάσου να κουβαλάς στις πλάτες σου έναν αόρατο δικαστή, έναν κριτή που δεν κοιμάται ποτέ, δεν ξεκουράζεται και, κυρίως, δεν ικανοποιείται ποτέ. Κάθε πρωί που ανοίγεις τα μάτια σου, πριν καν προλάβεις να πάρεις την πρώτη σου ανάσα, εκείνος είναι ήδη εκεί και σου ψιθυρίζει: «Όχι ακόμα. Δεν είσαι αρκετός. Δεν προσπάθησες όσο έπρεπε. Δεν μοιάζεις με εκείνους που πέτυχαν».Αυτός ο ψίθυρος δεν είναι μια απλή σκέψη. Είναι μια εσωτερική αιμορραγία που σου στερεί τη χαρά της ύπαρξης. Μια πεποίθηση που μετατρέπει τη ζωή από περιπέτεια σε μια ατελείωτη εξέταση, στην οποία είσαι καταδικασμένος να κοπείς. Ζεις μέσα σε μια φυλακή όπου τα κάγκελα είναι φτιαγμένα από τα «πρέπει» των άλλων και το πάτωμα από τις δικές σου αμφιβολίες. Είναι ένας αργός θάνατος της αυθεντικότητας. Είναι η κλινική περιγραφή της αποξένωσης από τον εαυτό. Όταν ο Rogers (1961) μίλησε για τη θυσία του «ποιος είμαι» στον βωμό του «ποιος θα έπρεπε να είμαι», περιέγραψε τη θεμελιώδη σύγκρουση που γεννά την πεποίθηση της ανεπάρκειας.
Αυτή η πεποίθηση του «δεν είμαι αρκετά καλός» δεν φύτρωσε τυχαία. Ο ψυχισμός μας είναι ένα κτίριο που θεμελιώνεται στις πρώτες μας επαφές με τον κόσμο. Σύμφωνα με τη Θεωρία των Σχημάτων, η αίσθηση της «μειονεξίας» ή της «ατέλειας» (Defectiveness Schema) είναι ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα σχήματα που αναπτύσσονται όταν η ανάγκη του παιδιού για ασφαλή δεσμό παραβιάζεται (Young et al., 2003). Αν η αγάπη ήταν ένα νόμισμα που έπρεπε να κερδίσεις μέσω επιδόσεων ή υπακοής, το παιδικό μυαλό κατέληξε στο τραγικό συμπέρασμα: «Αφού δεν με προσέχουν, φταίω εγώ. Αφού δεν με αποδέχονται όπως είμαι, φταίω εγώ». Το παιδί υιοθετεί την ενοχή για να διασώσει την εικόνα των φροντιστών του, παρά να αποδεχτεί ότι οι φροντιστές του είναι ανίκανοι να του προσφέρουν τη στοργή που χρειάζεται. Είναι τρομακτικό για ένα παιδί να πιστέψει ότι οι γονείς του είναι ελλιπείς. Είναι πιο «ασφαλές» να πιστέψει ότι το ίδιο είναι ανεπαρκές, καθώς αυτό του δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου: «Αν γίνω καλύτερος, θα με αγαπήσουν», μπαίνοντας σε μια διαδικασία που συνδέεται άρρηκτα με την ανασφαλή προσκόλληση στη θεωρία του Bowlby (1988).
Καθώς μεγαλώνουμε, αυτή η πεποίθηση δεν εξαφανίζεται. Απλώς αλλάζει ρούχα. Γίνεται τελειοθηρία, εργασιομανία, ή ένας διαρκής φόβος της απόρριψης. Η γνωστική ψυχολογία εξηγεί ότι συντηρούμε αυτό το μαρτύριο μέσω της «επιλεκτικής αφαίρεσης». Λειτουργούμε σαν ένας φακός που εστιάζει μόνο στη σκόνη πάνω σε ένα υπέροχο έπιπλο. Μπορεί να καταφέρεις τα πάντα, αλλά το μυαλό σου θα βρει εκείνο το ένα μικρό λάθος για να ακυρώσει όλη σου την προσπάθεια. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «γνωστική συμφωνία». Ο εγκέφαλός μας τείνει να φιλτράρει την πραγματικότητα έτσι, ώστε να ταιριάζει με αυτό που ήδη πιστεύουμε για τον εαυτό μας (Beck, 1976). Αν πιστεύω ότι είμαι ανεπαρκής, το κοπλιμέντο του εργοδότη μου θα ακουστεί σαν ειρωνεία, ενώ μια τυπική παρατήρηση θα ακουστεί σαν την οριστική επιβεβαίωση της αποτυχίας μου. Αυτή η «γνωστική στρέβλωση» μας αναγκάζει να ερμηνεύουμε κάθε αποτυχία ως οριστική επιβεβαίωση της αναξιότητάς μας, ενώ τα επιτεύγματα θεωρούνται τυχαία ή ασήμαντα. Είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος όπου η πραγματικότητα θυσιάζεται, για να επιβεβαιωθεί το εσωτερικό μας δράμα.
Πώς σπάει όμως αυτή η κατάρα; Πώς ανατρέπεται μια δομή που χτιζόταν για δεκαετίες; Η απάντηση δεν βρίσκεται στο να γίνεις «καλύτερος», αλλά στο να γίνεις «πραγματικός». Ο Carl Rogers (1961), ο πατέρας της προσωποκεντρικής προσέγγισης, υποστήριξε ότι η θεραπεία ξεκινά τη στιγμή που το άτομο αρχίζει να αποδέχεται τον εαυτό του χωρίς όρους. Αυτό ακούγεται απλό, αλλά είναι η πιο επαναστατική πράξη που μπορείς να κάνεις. Σημαίνει να κοιτάξεις τον εσωτερικό σου δικαστή στα μάτια και να του πεις: «Σε ακούω, αλλά δεν είσαι η αλήθεια μου». Παράλληλα, η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) προτείνει την «αποταύτιση» (cognitive defusion). Μαθαίνεις να παρατηρείς τη σκέψη «δεν είμαι αρκετός» σαν ένα σύννεφο που περνάει, αντί να γίνεσαι εσύ ο ίδιος η καταιγίδα (Hayes et al., 2011). Αυτή η απόσταση, σε συνδυασμό με την αυτοσυμπάθεια, είναι το τελικό αντίδοτο. Η αναγνώριση ότι η ατέλεια είναι κοινό στοιχείο της ανθρώπινης ιδιότητας (common humanity) μας βγάζει από την απομόνωση της ντροπής (Neff, 2011). Όπως σημειώνει ο Irvin Yalom (1980), η «καθολικότητα» της οδύνης είναι το πρώτο βήμα προς την ανακούφιση.
Για τη θεωρία της Gestalt, αυτή η κατάσταση περιγράφεται ως αποτέλεσμα μιας ενδοβολής (introjection). Η ενδοβολή συμβαίνει όταν «καταπίνουμε» αμάσητες τις αξίες, τις κριτικές και τα «πρέπει» των άλλων, χωρίς να τα επεξεργαστούμε (Perls, 1969). Αυτά τα ξένα σώματα δημιουργούν έναν εσωτερικό διχασμό ανάμεσα στον «Πάνω-Εαυτό» (Top-dog), που είναι ο επικριτικός δικαστής, και στον «Κάτω-Εαυτό» (Under-dog), που είναι το αμυνόμενο, «ανεπαρκές» κομμάτι μας. Η ανατροπή αυτής της κατάρας δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να γίνουμε «καλύτεροι». Η Gestalt προτείνει το «Παράδοξο της Αλλαγής»: η αλλαγή συμβαίνει μόνο όταν γινόμαστε αυτό που πραγματικά είμαστε, και όχι όταν προσπαθούμε να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε (Beisser, 1970). Αντί να πολεμάς την ανεπάρκεια, καλείσαι να τη βιώσεις πλήρως στο «εδώ και τώρα». Η θεραπεία ξεκινά με την επίγνωση (awareness). Όταν συνειδητοποιούμε τις ενδοβολές μας, μπορούμε να αρχίσουμε να τις «φτύνουμε», διακρίνοντας επιτέλους τι είναι δικό μας και τι ανήκει στους άλλους.
Για να αλλάξεις την ιστορία σου, πρέπει να αλλάξεις τον αφηγητή. Πρέπει να αρχίσεις να αμφισβητείς τα θεμέλια της εσωτερικής σου λογικής. Αντί να ρωτάς «Τι έκανα λάθος σήμερα;», άρχισε να ρωτάς «Πώς φρόντισα τον εαυτό μου σήμερα;». Η αξία σου δεν είναι ένα μεταβαλλόμενο μέγεθος που εξαρτάται από τον μισθό σου, την εμφάνισή σου ή την κοινωνική σου αποδοχή. Είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ζούμε σε μια κουλτούρα που κερδίζει δισεκατομμύρια κάνοντάς μας να νιώθουμε ελλιπείς, ώστε να αγοράζουμε προϊόντα, status και επιτυχία για να γεμίσουμε το κενό. Το να πιστέψεις ότι είσαι «αρκετός» είναι η απόλυτη πράξη αντίστασης.
Κλείσε τα μάτια και σκέψου: Ποιος θα ήσουν αν δεν είχες αυτή τη φωνή να σε καταδιώκει; Τι θα τολμούσες να κάνεις αν η αποτυχία δεν ήταν απόδειξη της αναξιότητάς σου, αλλά απλώς μια πληροφορία για το πώς να προσπαθήσεις ξανά; Η ζωή δεν είναι μια κούρσα για να φτάσεις σε ένα ιδανικό τέρμα, αλλά μια διαδικασία ανάδυσης. Το «δεν είμαι αρκετά καλός» είναι ένα ψέμα που σου είπαν για να σε κρατήσουν ασφαλή και μικρό. Είναι ώρα να το ευχαριστήσεις για την προστασία που σου πρόσφερε κάποτε και να του ζητήσεις ευγενικά να αποχωρήσει. Γιατί η αλήθεια είναι μία: Είσαι ήδη το θαύμα που ψάχνεις να γίνεις.
Σας ευχαριστώ

Beck, A. T. (1976). Cognitive therapy and the emotional disorders. International Universities Press.
Beisser, A. (1970). The paradoxical theory of change. In J. Fagan & I. L. Shepherd (Eds.), Gestalt Therapy Now. Harper & Row.
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Hayes, S. C., Strosahl, K. D., & Wilson, K. G. (2011). Acceptance and Commitment Therapy: The process and practice of mindful change. Guilford Press.
Neff, K. D. (2011). Self-compassion: The proven power of being kind to yourself. William Morrow.
Perls, F. S. (1969). Gestalt Therapy Verbatim. Real People Press.
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.
Yalom, I. D. (1980). Existential psychotherapy. Basic Books.
Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. E. (2003). Schema therapy: A practitioner's guide. Guilford Press.