Το "Silent Treatment" στην Οικογένεια και τις Συντροφικές Σχέσεις και η Δύναμη της Φωνής
Η τιμωρία της σιωπής, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως "silent treatment" ή "stonewalling", αποτελεί μια από τις πιο επώδυνες μορφές ψυχολογικής χειραγώγησης μέσα στην οικογένεια και τις συντροφικές σχέσεις.Λειτουργεί ως ένας αόρατος κληρονομικός κώδικας που μεταφέρεται από τη γονεϊκή σχέση στις μετέπειτα συντροφικές επιλογές του ατόμου. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου η σιωπή χρησιμοποιείται ως μέσο σωφρονισμού, μαθαίνει ότι η αγάπη είναι εύθραυστη και ότι η επικοινωνία μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή ως τιμωρία. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού του John Bowlby, αυτές οι πρώιμες εμπειρίες διαμορφώνουν τα «εσωτερικά μοντέλα εργασίας» του ατόμου, τα οποία λειτουργούν ως χάρτες για το πώς θα κινηθεί στις ενήλικες σχέσεις του (Bowlby, 1988). Αν ο χάρτης λέει ότι «η σύγκρουση οδηγεί σε εγκατάλειψη», το άτομο θα τείνει είτε να αποσύρεται σιωπηλά το ίδιο, είτε να ανέχεται τη σιωπή των άλλων ως κάτι «φυσιολογικό».
Στη συντροφική σχέση, η σιωπή συχνά δεν είναι τίποτα άλλο από την αναπαράσταση ενός παλιού αμυντικού μηχανισμού που κάποτε προστάτευσε το παιδί από τον συναισθηματικό πόνο. Ένας σύντροφος που «κλείνεται» κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας, συχνά επαναλαμβάνει την παθητική στάση που υιοθέτησε απέναντι σε έναν επικριτικό γονέα, προσπαθώντας να αποφύγει την περαιτέρω έκθεση. Όπως επισημαίνει ο Gottman, το stonewalling στις σχέσεις είναι μια ένδειξη ότι το άτομο έχει «πλημμυρίσει» συναισθηματικά και δεν διαθέτει τα εργαλεία για υγιή αντιπαράθεση, ακριβώς επειδή δεν του διδάχθηκαν ποτέ (Gottman, 1994). Η σιωπή, λοιπόν, γίνεται μια ασπίδα που όμως καταλήγει να λειτουργεί ως τοίχος ανάμεσα στο ζευγάρι. Πάμε να εξετάσουμε τη σιωπή στην οικογένεια και έπειτα τη συντροφική σχέση.
Η τιμωρία της σιωπής στην παιδική ηλικία
Αν και συχνά οι γονείς τη χρησιμοποιούν ως ένα "ήπιο" μέσο σωφρονισμού σε σύγκριση με τη σωματική βία, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μορφή συναισθηματικής κακοποίησης που αποσυνδέει το παιδί από την πηγή της ασφάλειάς του. Όταν ένας γονέας αρνείται να μιλήσει ή να κοιτάξει το παιδί του, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα ότι η ύπαρξη του παιδιού εξαρτάται αποκλειστικά από τη συμμόρφωσή του στις επιθυμίες του ενήλικα. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Williams, ο οποίος έχει μελετήσει εκτενώς τον κοινωνικό αποκλεισμό, η σιωπή λειτουργεί ως ένα όπλο που προκαλεί "κοινωνικό θάνατο", αφήνοντας το θύμα σε μια κατάσταση απόλυτης απόγνωσης και αβεβαιότητας (Williams, 2002).
Η ψυχολογική επίδραση της σιωπής στα παιδιά είναι καταστροφική, καθώς πλήττει τον πυρήνα της ανάπτυξης του εαυτού τους. Στο στάδιο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, ο εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος να αναζητά ανατροφοδότηση από το περιβάλλον για να κατανοήσει τον κόσμο. Όταν η επικοινωνία διακόπτεται απότομα, το παιδί βιώνει μια κατάσταση "συναισθηματικής εγκατάλειψης", η οποία ενεργοποιεί το σύστημα συναγερμού του εγκεφάλου, προκαλώντας έντονο άγχος και πανικό. Όπως επισημαίνει ο Gottman, η αποστασιοποίηση (stonewalling) είναι ένας από τους "τέσσερις ιππότες της αποκάλυψης" σε μια σχέση, καθώς διαλύει την εμπιστοσύνη και εμποδίζει κάθε δυνατότητα επίλυσης της σύγκρουσης (Gottman, 1994). Το παιδί, μην έχοντας τα εργαλεία να διαχειριστεί αυτή τη δυσαρμονία, συχνά καταλήγει να εσωτερικεύει την ενοχή, πιστεύοντας ότι είναι "κακό" ή ανάξιο αγάπης.
Ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας είναι η σιωπή όταν προέρχεται από τη μητέρα, καθώς εκείνη αποτελεί συνήθως το πρωταρχικό πρότυπο συναισθηματικής ρύθμισης. Η μητρική σιωπή βιώνεται ως απώλεια του "ασφαλούς δεσμού", δημιουργώντας ένα βαθύ τραύμα που η ψυχανάλυση ονομάζει "νεκρή μητέρα" (όχι με τη βιολογική έννοια, αλλά τη συναισθηματική). Ο André Green περιγράφει πώς η ψυχική απόσυρση της μητέρας αφήνει ένα κενό στην ψυχή του παιδιού, το οποίο το παιδί προσπαθεί απεγνωσμένα να γεμίσει, συχνά θυσιάζοντας τη δική του προσωπικότητα (Green, 1986). Η μητέρα, ως το άτομο που καθρεφτίζει τα συναισθήματα του παιδιού, όταν "σβήνει" τον καθρέφτη μέσω της σιωπής, αφήνει το παιδί σε ένα σκοτάδι όπου δεν μπορεί να αναγνωρίσει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, οι συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές και μετρήσιμες. Έρευνες δείχνουν ότι ο κοινωνικός πόνος που προκαλείται από την απομόνωση επεξεργάζεται από τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τον σωματικό πόνο. Η παρατεταμένη έκθεση στη γονική σιωπή αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης στο παιδί, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του ιππόκαμπου και να οδηγήσει σε δυσκολίες στη διαχείριση του στρες στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τη μελέτη των Eisenberger και Lieberman, η "κοινωνική οδύνη" της απόρριψης είναι βιολογικά ταυτόσημη με ένα σωματικό τραύμα, καθιστώντας τη σιωπή μια αόρατη αλλά πραγματική μορφή βίας (Eisenberger & Lieberman, 2004). Αυτό εξηγεί γιατί τα παιδιά που υφίστανται αυτή την τιμωρία συχνά αναφέρουν σωματικά συμπτώματα, όπως στομαχόπονους ή πονοκεφάλους.
Επιπλέον, η τακτική αυτή διδάσκει στο παιδί ένα στρεβλό μοντέλο επίλυσης διαφορών που θα αναπαράγει πιθανότατα και στις δικές του μετέπειτα σχέσεις. Αντί το παιδί να μαθαίνει να εκφράζει τα συναισθήματά του με λέξεις, μαθαίνει ότι η απόσυρση και η συναισθηματική ψυχρότητα είναι εργαλεία εξουσίας και ελέγχου. Η Forward στο βιβλίο της "Toxic Parents" εξηγεί ότι οι γονείς που χρησιμοποιούν τη σιωπή ουσιαστικά "εκβιάζουν" συναισθηματικά το παιδί, αναγκάζοντάς το να αναλάβει τον ρόλο του ενήλικα και να ζητήσει συγγνώμη ακόμα και όταν δεν φταίει, προκειμένου να αποκατασταθεί η επικοινωνία (Forward, 1989). Αυτή η αναστροφή ρόλων δημιουργεί ενήλικες που φοβούνται τη σύγκρουση και είναι επιρρεπείς σε εξαρτητικές σχέσεις.
Για τους εφήβους, η τιμωρία της σιωπής μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες συμπεριφορές "επαναστατικής επιβεβαίωσης" ή, αντίθετα, σε πλήρη κοινωνική απόσυρση. Σε μια ηλικία όπου η ανάγκη για σύνδεση και ταυτότητα είναι στο ζενίθ, η γονική σιωπή λειτουργεί ως καταλύτης για την ανάπτυξη κατάθλιψης ή αγχωδών διαταραχών. Σύμφωνα με τη θεωρία της αυτοπροσδιοριζόμενης συμπεριφοράς (Self-Determination Theory), η ανάγκη για "σχετίζεσθαι" είναι βασική για την ψυχική υγεία (Ryan & Deci, 2000). Όταν αυτή η ανάγκη καταπνίγεται από τη σιωπή, ο έφηβος νιώθει ότι δεν έχει αξία, γεγονός που τον ωθεί στην αναζήτηση επιβεβαίωσης σε επικίνδυνες συμπεριφορές ή σε τοξικές παρέες που προσφέρουν την ψευδαίσθηση της αποδοχής.
Η αντιμετώπιση της τιμωρίας της σιωπής από παιδιά και εφήβους
Πώς μπορούν όμως τα παιδιά και οι έφηβοι να αντιμετωπίσουν αυτή την τοξική δυναμική; Το πρώτο βήμα είναι η "εξωτερίκευση του προβλήματος", δηλαδή η κατανόηση ότι η σιωπή του γονέα είναι ένα δικό του έλλειμμα επικοινωνίας και όχι μια δίκαιη τιμωρία για το παιδί. Η Dr. Harriet Lerner επισημαίνει ότι η αναγνώριση των ορίων του άλλου μας βοηθά να μην παίρνουμε προσωπικά τη συμπεριφορά του (Lerner, 1985). Το παιδί πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ο γονέας χρησιμοποιεί τη σιωπή επειδή δεν έχει τις δεξιότητες να διαχειριστεί τον θυμό του με υγιή τρόπο, κάτι που απαλλάσσει το παιδί από το βάρος της απόλυτης ευθύνης.
Μια άλλη σημαντική στρατηγική είναι η διατήρηση της εσωτερικής φωνής και η άρνηση της "αυτο-ακύρωσης" κατά τη διάρκεια της περιόδου της σιωπής. Το παιδί μπορεί να εξασκηθεί στην αυτο-φροντίδα και στην αναζήτηση υποστήριξης από άλλους ενήλικες εμπιστοσύνης, όπως δασκάλους, συμβούλους ή μέλη της ευρύτερης οικογένειας. Όπως αναφέρεται στις μελέτες για την ψυχική ανθεκτικότητα (resilience) από την Ann Masten, η ύπαρξη έστω και ενός υποστηρικτικού ενήλικα μπορεί να εξουδετερώσει τις αρνητικές επιπτώσεις της δυσλειτουργικής γονικής συμπεριφοράς (Masten, 2001). Η σύνδεση με ανθρώπους που επικοινωνούν με υγεία λειτουργεί ως "αντίδοτο" στο δηλητήριο της σιωπής.
Όταν το κλίμα ηρεμήσει, ο έφηβος ή ο ενήλικας πλέον γιος/κόρη μπορεί να επιχειρήσει να θέσει όρια, εξηγώντας τις συνέπειες της σιωπής. Η χρήση της "Μη Βίαιης Επικοινωνίας" του Rosenberg είναι κλειδί εδώ: "Όταν σταματάς να μου μιλάς, νιώθω τρομοκρατημένος και μόνος, και θα ήθελα να βρίσκουμε έναν άλλο τρόπο να διαφωνούμε". Αν και δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο γονέας θα αλλάξει, η έκφραση της ανάγκης για επικοινωνία ενδυναμώνει το παιδί και το βοηθά να ανακτήσει τον έλεγχο της δικής του συναισθηματικής κατάστασης (Rosenberg, 2003). Αυτή η στάση μετατρέπει το θύμα σε έναν ενεργό συμμέτοχο που αρνείται να παίξει το παιχνίδι της σιωπής.
Από το παιδικό δωμάτιο στην κοινή ζωή
Η τιμωρία της σιωπής σε μια συντροφική σχέση σπάνια ξεκινά ως μια συνειδητή απόφαση να κακοποιηθεί ο άλλος. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς συναισθηματικής δυσλειτουργίας που έχει τις ρίζες της στο παρελθόν. Πρόκειται για μια δυναμική που "χτίζεται" μέρα με τη μέρα, μέσα από την αδυναμία διαχείρισης των συγκρούσεων. Η τιμωρία της σιωπής δημιουργείται συχνά ως ένας αυτοματοποιημένος μηχανισμός άμυνας όταν το άτομο νιώθει συναισθηματικό κατακλυσμό. Σύμφωνα με τον Gottman, η σιωπή ή το "stonewalling" συμβαίνει όταν ο ένας σύντροφος νιώθει ότι οι απαιτήσεις ή η κριτική του άλλου είναι τόσο έντονες, που το νευρικό του σύστημα "παραλύει". Για να προστατευτεί από μια επικείμενη έκρηξη ή από τον πόνο της αντιπαράθεσης, το άτομο "κατεβάζει τους διακόπτες" και αποσύρεται σε μια παγερή σιωπή (Gottman, 1994). Αυτό που ξεκινά ως προσπάθεια αυτοσυντήρησης, καταλήγει να γίνεται ένας τοίχος που εμποδίζει κάθε προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος.
Σε πολλές περιπτώσεις, η σιωπή "μαθαίνεται" μέσα στην πατρική οικογένεια ως το μοναδικό αποδεκτό μοντέλο διαχείρισης του θυμού. Αν ένας σύντροφος μεγάλωσε βλέποντας τους γονείς του να μην μιλούν μεταξύ τους για μέρες μετά από έναν καυγά, εσωτερικεύει την πεποίθηση ότι η επικοινωνία είναι επικίνδυνη και η απόσυρση είναι η ασφαλής επιλογή. Αυτό το "κληρονομικό" μοτίβο, όπως εξηγεί η Θεωρία του Δεσμού, οδηγεί σε έναν αποφευκτικό τύπο προσκόλλησης, όπου το άτομο δυσκολεύεται να διαχειριστεί την εγγύτητα και την ευαλωτότητα που απαιτεί μια ειλικρινής συζήτηση (Bowlby, 1988). Η σιωπή γίνεται έτσι μια "ασφαλής απόσταση" από τον φόβο της απόρριψης.
Η τιμωρία της σιωπής υπάρχει επίσης ως ένα εργαλείο άσκησης εξουσίας και ελέγχου πάνω στον σύντροφο. Όταν ο λόγος αφαιρείται, ο άλλος σύντροφος μένει σε μια κατάσταση αναμονής και αβεβαιότητας, αναγκασμένος να "μαντέψει" τι έκανε λάθος και να προσπαθήσει να εξευμενίσει τον σιωπηλό σύντροφο. Αυτός ο συναισθηματικός εκβιασμός, όπως τον περιγράφει η Forward, δημιουργεί μια ανισορροπία ισχύος. Αυτός που σωπαίνει έχει τον έλεγχο της ροής της σχέσης, ενώ αυτός που δέχεται τη σιωπή νιώθει ανίσχυρος και απεγνωσμένος (Forward, 1989). Εδώ, η σιωπή δεν είναι άμυνα, αλλά μια ενεργητική πράξη τιμωρίας που σκοπό έχει να "συμμορφώσει" τον σύντροφο.
Τέλος, η σιωπή υφίσταται επειδή το ζευγάρι δεν έχει αναπτύξει δεξιότητες "συναισθηματικής νοημοσύνης" και ασφαλούς επικοινωνίας. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι αν μιλήσουν, η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο ή θα πληγωθούν ανεπανόρθωτα. Η έλλειψη εργαλείων, όπως η Μη Βίαιη Επικοινωνία, κάνει τη σιωπή να μοιάζει ως η μοναδική εναλλακτική απέναντι στις φωνές ή την προσβολή (Rosenberg, 2003). Υπάρχει, λοιπόν, ως μια "κακή λύση" σε ένα πρόβλημα επικοινωνίας που το ζευγάρι δεν ξέρει πώς να λύσει αλλιώς, μετατρέποντας τη σχέση σε έναν χώρο μοναξιάς για δύο.Η κατανόηση αυτών των κινήτρων είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσει το ζευγάρι να αντικαταστήσει το "τείχος της σιωπής" με μια "γέφυρα λόγου", αναγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους φόβους που κρύβονται πίσω από την παύση της επικοινωνίας.
Η αντιμετώπιση της τιμωρίας της σιωπής σε μια συντροφική σχέση
Για να αντιμετωπίσουμε το stonewalling μέσα στη σχέση χρειαζόμαστε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αυτοπροστασία και την προσπάθεια επανασύνδεσης. Όταν ο σύντροφος επιλέγει τη σιωπή, ουσιαστικά διακόπτει τη συναισθηματική παροχή οξυγόνου στη σχέση, δημιουργώντας ένα κλίμα ανασφάλειας. Η αναγνώριση του μηχανισμού άμυνας του συντρόφου είναι το πρώτο βήμα για να μην απορροφήσετε την ενοχή. Συχνά, το άτομο που καταφεύγει στη σιωπή δεν το κάνει από καθαρή κακία, αλλά επειδή νιώθει συναισθηματικά κατακλυσμένο. Σύμφωνα με τον Gottman, όταν οι παλμοί της καρδιάς ξεπερνούν τους 100 ανά λεπτό κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας, ο εγκέφαλος μπαίνει σε κατάσταση "μάχης ή φυγής", και η σιωπή είναι η δική του "φυγή" (Gottman, 1994). Κατανοώντας ότι αυτό είναι μια αδυναμία διαχείρισης του δικού του στρες, μπορείτε να πάρετε μια συναισθηματική απόσταση και να μην επιτρέψετε στη σιωπή του να ορίσει τη δική σας αξία.
Η αποφυγή της καταδίωξης είναι στρατηγικής σημασίας για να μη χειροτερέψει η κατάσταση. Η φυσική αντίδραση του ατόμου που δέχεται τη σιωπή είναι να πιέσει για απαντήσεις, να ακολουθεί τον σύντροφο από δωμάτιο σε δωμάτιο ή να ζητά επίμονα εξηγήσεις. Αυτό όμως συνήθως οδηγεί τον άλλον σε ακόμα μεγαλύτερη απόσυρση. Η Συστημική θεωρία περιγράφει αυτό το μοτίβο ως "Κυνηγός και Αποσυρόμενος" (Pursuer-Distancer). Σπάζοντας αυτόν τον κύκλο και δίνοντας στον σύντροφό σας το χώρο που δείχνει να χρειάζεται, ανακτάτε τη δική σας ηρεμία και του αφαιρείτε το "όπλο" του ελέγχου μέσω της απουσίας.
Η χρήση του "εγώ" σαν οριοθέτηση είναι απαραίτητη όταν η επικοινωνία αποκατασταθεί. Δεν έχει νόημα να προσπαθήσετε να μιλήσετε όσο το τείχος της σιωπής είναι υψωμένο. Όταν όμως η κατάσταση εξομαλυνθεί, πρέπει να καταστήσετε σαφές ότι αυτή η συμπεριφορά είναι επώδυνη και μη αποδεκτή. Μπορείτε να πείτε: "Νιώθω μεγάλη ανασφάλεια και πόνο όταν σταματάς να μου μιλάς. Για να λειτουργήσει η σχέση μας, χρειάζομαι να μου λες 'χρειάζομαι 20 λεπτά χρόνο για να ηρεμήσω' αντί να εξαφανίζεσαι συναισθηματικά". Η αντικατάσταση της σιωπής με μια προσυμφωνημένη "παύση" (time-out) μετατρέπει μια επιθετική πράξη σε μια υγιή διαχείριση του θυμού.
Η εστίαση στην αυτονομία και την προσωπική σας ευτυχία λειτουργεί ως το καλύτερο αντίδοτο στη χειραγώγηση. Αν ο σύντροφός σας χρησιμοποιεί τη σιωπή για να σας τιμωρήσει, περιμένει να σας δει καταρρακωμένους. Συνεχίζοντας κανονικά τη ζωή σας, τις δραστηριότητές σας και τις επαφές σας με φίλους, στέλνετε το μήνυμα ότι η συναισθηματική σας σταθερότητα δεν εξαρτάται από τις τακτικές του. Η αυτοφροντίδα δεν είναι πράξη εγωισμού, αλλά μια δήλωση ότι δεν δέχεστε να γίνετε όμηρος της σιωπής κανενός. Αν το φαινόμενο επαναλαμβάνεται συστηματικά, η συμβουλή ενός ειδικού ή η θεραπεία ζεύγους μπορεί να βοηθήσει να διαπιστωθεί αν υπάρχει η θέληση και από τις δύο πλευρές να χτιστούν γέφυρες επικοινωνίας.
Η θεραπευτική υποστήριξη είναι συχνά απαραίτητη για να "σπάσει" το τραύμα που έχει εγγραφεί στο σώμα και την ψυχή. Η ψυχοθεραπεία βοηθά το άτομο να επεξεργαστεί το θυμό και τη θλίψη της απόρριψης και να χτίσει μια υγιή αυτοεκτίμηση που δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις των άλλων. Η Alice Miller στο έργο της "Το Δράμα του Προικισμένου Παιδιού" τονίζει ότι η θεραπεία ξεκινά όταν το παιδί επιτρέψει στον εαυτό του να πενθήσει για τη συναισθηματική φροντίδα που δεν έλαβε (Miller, 1979). Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το άτομο μαθαίνει ότι η σιωπή του παρελθόντος δεν χρειάζεται να καθορίσει τη φωνή του μέλλοντος, δίνοντάς του την ελευθερία να δημιουργήσει σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό και την αληθινή επαφή.
Η τιμωρία της σιωπής, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως "silent treatment" ή "stonewalling", αποτελεί μια από τις πιο επώδυνες μορφές ψυχολογικής χειραγώγησης μέσα στην οικογένεια και τις συντροφικές σχέσεις.Λειτουργεί ως ένας αόρατος κληρονομικός κώδικας που μεταφέρεται από τη γονεϊκή σχέση στις μετέπειτα συντροφικές επιλογές του ατόμου. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου η σιωπή χρησιμοποιείται ως μέσο σωφρονισμού, μαθαίνει ότι η αγάπη είναι εύθραυστη και ότι η επικοινωνία μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή ως τιμωρία. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού του John Bowlby, αυτές οι πρώιμες εμπειρίες διαμορφώνουν τα «εσωτερικά μοντέλα εργασίας» του ατόμου, τα οποία λειτουργούν ως χάρτες για το πώς θα κινηθεί στις ενήλικες σχέσεις του (Bowlby, 1988). Αν ο χάρτης λέει ότι «η σύγκρουση οδηγεί σε εγκατάλειψη», το άτομο θα τείνει είτε να αποσύρεται σιωπηλά το ίδιο, είτε να ανέχεται τη σιωπή των άλλων ως κάτι «φυσιολογικό».
Στη συντροφική σχέση, η σιωπή συχνά δεν είναι τίποτα άλλο από την αναπαράσταση ενός παλιού αμυντικού μηχανισμού που κάποτε προστάτευσε το παιδί από τον συναισθηματικό πόνο. Ένας σύντροφος που «κλείνεται» κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας, συχνά επαναλαμβάνει την παθητική στάση που υιοθέτησε απέναντι σε έναν επικριτικό γονέα, προσπαθώντας να αποφύγει την περαιτέρω έκθεση. Όπως επισημαίνει ο Gottman, το stonewalling στις σχέσεις είναι μια ένδειξη ότι το άτομο έχει «πλημμυρίσει» συναισθηματικά και δεν διαθέτει τα εργαλεία για υγιή αντιπαράθεση, ακριβώς επειδή δεν του διδάχθηκαν ποτέ (Gottman, 1994). Η σιωπή, λοιπόν, γίνεται μια ασπίδα που όμως καταλήγει να λειτουργεί ως τοίχος ανάμεσα στο ζευγάρι. Πάμε να εξετάσουμε τη σιωπή στην οικογένεια και έπειτα τη συντροφική σχέση.
Η τιμωρία της σιωπής στην παιδική ηλικία
Αν και συχνά οι γονείς τη χρησιμοποιούν ως ένα "ήπιο" μέσο σωφρονισμού σε σύγκριση με τη σωματική βία, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μορφή συναισθηματικής κακοποίησης που αποσυνδέει το παιδί από την πηγή της ασφάλειάς του. Όταν ένας γονέας αρνείται να μιλήσει ή να κοιτάξει το παιδί του, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα ότι η ύπαρξη του παιδιού εξαρτάται αποκλειστικά από τη συμμόρφωσή του στις επιθυμίες του ενήλικα. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Williams, ο οποίος έχει μελετήσει εκτενώς τον κοινωνικό αποκλεισμό, η σιωπή λειτουργεί ως ένα όπλο που προκαλεί "κοινωνικό θάνατο", αφήνοντας το θύμα σε μια κατάσταση απόλυτης απόγνωσης και αβεβαιότητας (Williams, 2002).
Η ψυχολογική επίδραση της σιωπής στα παιδιά είναι καταστροφική, καθώς πλήττει τον πυρήνα της ανάπτυξης του εαυτού τους. Στο στάδιο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, ο εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος να αναζητά ανατροφοδότηση από το περιβάλλον για να κατανοήσει τον κόσμο. Όταν η επικοινωνία διακόπτεται απότομα, το παιδί βιώνει μια κατάσταση "συναισθηματικής εγκατάλειψης", η οποία ενεργοποιεί το σύστημα συναγερμού του εγκεφάλου, προκαλώντας έντονο άγχος και πανικό. Όπως επισημαίνει ο Gottman, η αποστασιοποίηση (stonewalling) είναι ένας από τους "τέσσερις ιππότες της αποκάλυψης" σε μια σχέση, καθώς διαλύει την εμπιστοσύνη και εμποδίζει κάθε δυνατότητα επίλυσης της σύγκρουσης (Gottman, 1994). Το παιδί, μην έχοντας τα εργαλεία να διαχειριστεί αυτή τη δυσαρμονία, συχνά καταλήγει να εσωτερικεύει την ενοχή, πιστεύοντας ότι είναι "κακό" ή ανάξιο αγάπης.
Ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας είναι η σιωπή όταν προέρχεται από τη μητέρα, καθώς εκείνη αποτελεί συνήθως το πρωταρχικό πρότυπο συναισθηματικής ρύθμισης. Η μητρική σιωπή βιώνεται ως απώλεια του "ασφαλούς δεσμού", δημιουργώντας ένα βαθύ τραύμα που η ψυχανάλυση ονομάζει "νεκρή μητέρα" (όχι με τη βιολογική έννοια, αλλά τη συναισθηματική). Ο André Green περιγράφει πώς η ψυχική απόσυρση της μητέρας αφήνει ένα κενό στην ψυχή του παιδιού, το οποίο το παιδί προσπαθεί απεγνωσμένα να γεμίσει, συχνά θυσιάζοντας τη δική του προσωπικότητα (Green, 1986). Η μητέρα, ως το άτομο που καθρεφτίζει τα συναισθήματα του παιδιού, όταν "σβήνει" τον καθρέφτη μέσω της σιωπής, αφήνει το παιδί σε ένα σκοτάδι όπου δεν μπορεί να αναγνωρίσει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, οι συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές και μετρήσιμες. Έρευνες δείχνουν ότι ο κοινωνικός πόνος που προκαλείται από την απομόνωση επεξεργάζεται από τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τον σωματικό πόνο. Η παρατεταμένη έκθεση στη γονική σιωπή αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης στο παιδί, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του ιππόκαμπου και να οδηγήσει σε δυσκολίες στη διαχείριση του στρες στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τη μελέτη των Eisenberger και Lieberman, η "κοινωνική οδύνη" της απόρριψης είναι βιολογικά ταυτόσημη με ένα σωματικό τραύμα, καθιστώντας τη σιωπή μια αόρατη αλλά πραγματική μορφή βίας (Eisenberger & Lieberman, 2004). Αυτό εξηγεί γιατί τα παιδιά που υφίστανται αυτή την τιμωρία συχνά αναφέρουν σωματικά συμπτώματα, όπως στομαχόπονους ή πονοκεφάλους.
Επιπλέον, η τακτική αυτή διδάσκει στο παιδί ένα στρεβλό μοντέλο επίλυσης διαφορών που θα αναπαράγει πιθανότατα και στις δικές του μετέπειτα σχέσεις. Αντί το παιδί να μαθαίνει να εκφράζει τα συναισθήματά του με λέξεις, μαθαίνει ότι η απόσυρση και η συναισθηματική ψυχρότητα είναι εργαλεία εξουσίας και ελέγχου. Η Forward στο βιβλίο της "Toxic Parents" εξηγεί ότι οι γονείς που χρησιμοποιούν τη σιωπή ουσιαστικά "εκβιάζουν" συναισθηματικά το παιδί, αναγκάζοντάς το να αναλάβει τον ρόλο του ενήλικα και να ζητήσει συγγνώμη ακόμα και όταν δεν φταίει, προκειμένου να αποκατασταθεί η επικοινωνία (Forward, 1989). Αυτή η αναστροφή ρόλων δημιουργεί ενήλικες που φοβούνται τη σύγκρουση και είναι επιρρεπείς σε εξαρτητικές σχέσεις.
Για τους εφήβους, η τιμωρία της σιωπής μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες συμπεριφορές "επαναστατικής επιβεβαίωσης" ή, αντίθετα, σε πλήρη κοινωνική απόσυρση. Σε μια ηλικία όπου η ανάγκη για σύνδεση και ταυτότητα είναι στο ζενίθ, η γονική σιωπή λειτουργεί ως καταλύτης για την ανάπτυξη κατάθλιψης ή αγχωδών διαταραχών. Σύμφωνα με τη θεωρία της αυτοπροσδιοριζόμενης συμπεριφοράς (Self-Determination Theory), η ανάγκη για "σχετίζεσθαι" είναι βασική για την ψυχική υγεία (Ryan & Deci, 2000). Όταν αυτή η ανάγκη καταπνίγεται από τη σιωπή, ο έφηβος νιώθει ότι δεν έχει αξία, γεγονός που τον ωθεί στην αναζήτηση επιβεβαίωσης σε επικίνδυνες συμπεριφορές ή σε τοξικές παρέες που προσφέρουν την ψευδαίσθηση της αποδοχής.
Η αντιμετώπιση της τιμωρίας της σιωπής από παιδιά και εφήβους
Πώς μπορούν όμως τα παιδιά και οι έφηβοι να αντιμετωπίσουν αυτή την τοξική δυναμική; Το πρώτο βήμα είναι η "εξωτερίκευση του προβλήματος", δηλαδή η κατανόηση ότι η σιωπή του γονέα είναι ένα δικό του έλλειμμα επικοινωνίας και όχι μια δίκαιη τιμωρία για το παιδί. Η Dr. Harriet Lerner επισημαίνει ότι η αναγνώριση των ορίων του άλλου μας βοηθά να μην παίρνουμε προσωπικά τη συμπεριφορά του (Lerner, 1985). Το παιδί πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ο γονέας χρησιμοποιεί τη σιωπή επειδή δεν έχει τις δεξιότητες να διαχειριστεί τον θυμό του με υγιή τρόπο, κάτι που απαλλάσσει το παιδί από το βάρος της απόλυτης ευθύνης.
Μια άλλη σημαντική στρατηγική είναι η διατήρηση της εσωτερικής φωνής και η άρνηση της "αυτο-ακύρωσης" κατά τη διάρκεια της περιόδου της σιωπής. Το παιδί μπορεί να εξασκηθεί στην αυτο-φροντίδα και στην αναζήτηση υποστήριξης από άλλους ενήλικες εμπιστοσύνης, όπως δασκάλους, συμβούλους ή μέλη της ευρύτερης οικογένειας. Όπως αναφέρεται στις μελέτες για την ψυχική ανθεκτικότητα (resilience) από την Ann Masten, η ύπαρξη έστω και ενός υποστηρικτικού ενήλικα μπορεί να εξουδετερώσει τις αρνητικές επιπτώσεις της δυσλειτουργικής γονικής συμπεριφοράς (Masten, 2001). Η σύνδεση με ανθρώπους που επικοινωνούν με υγεία λειτουργεί ως "αντίδοτο" στο δηλητήριο της σιωπής.
Όταν το κλίμα ηρεμήσει, ο έφηβος ή ο ενήλικας πλέον γιος/κόρη μπορεί να επιχειρήσει να θέσει όρια, εξηγώντας τις συνέπειες της σιωπής. Η χρήση της "Μη Βίαιης Επικοινωνίας" του Rosenberg είναι κλειδί εδώ: "Όταν σταματάς να μου μιλάς, νιώθω τρομοκρατημένος και μόνος, και θα ήθελα να βρίσκουμε έναν άλλο τρόπο να διαφωνούμε". Αν και δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο γονέας θα αλλάξει, η έκφραση της ανάγκης για επικοινωνία ενδυναμώνει το παιδί και το βοηθά να ανακτήσει τον έλεγχο της δικής του συναισθηματικής κατάστασης (Rosenberg, 2003). Αυτή η στάση μετατρέπει το θύμα σε έναν ενεργό συμμέτοχο που αρνείται να παίξει το παιχνίδι της σιωπής.
Από το παιδικό δωμάτιο στην κοινή ζωή
Η τιμωρία της σιωπής σε μια συντροφική σχέση σπάνια ξεκινά ως μια συνειδητή απόφαση να κακοποιηθεί ο άλλος. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς συναισθηματικής δυσλειτουργίας που έχει τις ρίζες της στο παρελθόν. Πρόκειται για μια δυναμική που "χτίζεται" μέρα με τη μέρα, μέσα από την αδυναμία διαχείρισης των συγκρούσεων. Η τιμωρία της σιωπής δημιουργείται συχνά ως ένας αυτοματοποιημένος μηχανισμός άμυνας όταν το άτομο νιώθει συναισθηματικό κατακλυσμό. Σύμφωνα με τον Gottman, η σιωπή ή το "stonewalling" συμβαίνει όταν ο ένας σύντροφος νιώθει ότι οι απαιτήσεις ή η κριτική του άλλου είναι τόσο έντονες, που το νευρικό του σύστημα "παραλύει". Για να προστατευτεί από μια επικείμενη έκρηξη ή από τον πόνο της αντιπαράθεσης, το άτομο "κατεβάζει τους διακόπτες" και αποσύρεται σε μια παγερή σιωπή (Gottman, 1994). Αυτό που ξεκινά ως προσπάθεια αυτοσυντήρησης, καταλήγει να γίνεται ένας τοίχος που εμποδίζει κάθε προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος.
Σε πολλές περιπτώσεις, η σιωπή "μαθαίνεται" μέσα στην πατρική οικογένεια ως το μοναδικό αποδεκτό μοντέλο διαχείρισης του θυμού. Αν ένας σύντροφος μεγάλωσε βλέποντας τους γονείς του να μην μιλούν μεταξύ τους για μέρες μετά από έναν καυγά, εσωτερικεύει την πεποίθηση ότι η επικοινωνία είναι επικίνδυνη και η απόσυρση είναι η ασφαλής επιλογή. Αυτό το "κληρονομικό" μοτίβο, όπως εξηγεί η Θεωρία του Δεσμού, οδηγεί σε έναν αποφευκτικό τύπο προσκόλλησης, όπου το άτομο δυσκολεύεται να διαχειριστεί την εγγύτητα και την ευαλωτότητα που απαιτεί μια ειλικρινής συζήτηση (Bowlby, 1988). Η σιωπή γίνεται έτσι μια "ασφαλής απόσταση" από τον φόβο της απόρριψης.
Η τιμωρία της σιωπής υπάρχει επίσης ως ένα εργαλείο άσκησης εξουσίας και ελέγχου πάνω στον σύντροφο. Όταν ο λόγος αφαιρείται, ο άλλος σύντροφος μένει σε μια κατάσταση αναμονής και αβεβαιότητας, αναγκασμένος να "μαντέψει" τι έκανε λάθος και να προσπαθήσει να εξευμενίσει τον σιωπηλό σύντροφο. Αυτός ο συναισθηματικός εκβιασμός, όπως τον περιγράφει η Forward, δημιουργεί μια ανισορροπία ισχύος. Αυτός που σωπαίνει έχει τον έλεγχο της ροής της σχέσης, ενώ αυτός που δέχεται τη σιωπή νιώθει ανίσχυρος και απεγνωσμένος (Forward, 1989). Εδώ, η σιωπή δεν είναι άμυνα, αλλά μια ενεργητική πράξη τιμωρίας που σκοπό έχει να "συμμορφώσει" τον σύντροφο.
Τέλος, η σιωπή υφίσταται επειδή το ζευγάρι δεν έχει αναπτύξει δεξιότητες "συναισθηματικής νοημοσύνης" και ασφαλούς επικοινωνίας. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι αν μιλήσουν, η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο ή θα πληγωθούν ανεπανόρθωτα. Η έλλειψη εργαλείων, όπως η Μη Βίαιη Επικοινωνία, κάνει τη σιωπή να μοιάζει ως η μοναδική εναλλακτική απέναντι στις φωνές ή την προσβολή (Rosenberg, 2003). Υπάρχει, λοιπόν, ως μια "κακή λύση" σε ένα πρόβλημα επικοινωνίας που το ζευγάρι δεν ξέρει πώς να λύσει αλλιώς, μετατρέποντας τη σχέση σε έναν χώρο μοναξιάς για δύο.Η κατανόηση αυτών των κινήτρων είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσει το ζευγάρι να αντικαταστήσει το "τείχος της σιωπής" με μια "γέφυρα λόγου", αναγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους φόβους που κρύβονται πίσω από την παύση της επικοινωνίας.
Η αντιμετώπιση της τιμωρίας της σιωπής σε μια συντροφική σχέση
Για να αντιμετωπίσουμε το stonewalling μέσα στη σχέση χρειαζόμαστε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αυτοπροστασία και την προσπάθεια επανασύνδεσης. Όταν ο σύντροφος επιλέγει τη σιωπή, ουσιαστικά διακόπτει τη συναισθηματική παροχή οξυγόνου στη σχέση, δημιουργώντας ένα κλίμα ανασφάλειας. Η αναγνώριση του μηχανισμού άμυνας του συντρόφου είναι το πρώτο βήμα για να μην απορροφήσετε την ενοχή. Συχνά, το άτομο που καταφεύγει στη σιωπή δεν το κάνει από καθαρή κακία, αλλά επειδή νιώθει συναισθηματικά κατακλυσμένο. Σύμφωνα με τον Gottman, όταν οι παλμοί της καρδιάς ξεπερνούν τους 100 ανά λεπτό κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας, ο εγκέφαλος μπαίνει σε κατάσταση "μάχης ή φυγής", και η σιωπή είναι η δική του "φυγή" (Gottman, 1994). Κατανοώντας ότι αυτό είναι μια αδυναμία διαχείρισης του δικού του στρες, μπορείτε να πάρετε μια συναισθηματική απόσταση και να μην επιτρέψετε στη σιωπή του να ορίσει τη δική σας αξία.
Η αποφυγή της καταδίωξης είναι στρατηγικής σημασίας για να μη χειροτερέψει η κατάσταση. Η φυσική αντίδραση του ατόμου που δέχεται τη σιωπή είναι να πιέσει για απαντήσεις, να ακολουθεί τον σύντροφο από δωμάτιο σε δωμάτιο ή να ζητά επίμονα εξηγήσεις. Αυτό όμως συνήθως οδηγεί τον άλλον σε ακόμα μεγαλύτερη απόσυρση. Η Συστημική θεωρία περιγράφει αυτό το μοτίβο ως "Κυνηγός και Αποσυρόμενος" (Pursuer-Distancer). Σπάζοντας αυτόν τον κύκλο και δίνοντας στον σύντροφό σας το χώρο που δείχνει να χρειάζεται, ανακτάτε τη δική σας ηρεμία και του αφαιρείτε το "όπλο" του ελέγχου μέσω της απουσίας.
Η χρήση του "εγώ" σαν οριοθέτηση είναι απαραίτητη όταν η επικοινωνία αποκατασταθεί. Δεν έχει νόημα να προσπαθήσετε να μιλήσετε όσο το τείχος της σιωπής είναι υψωμένο. Όταν όμως η κατάσταση εξομαλυνθεί, πρέπει να καταστήσετε σαφές ότι αυτή η συμπεριφορά είναι επώδυνη και μη αποδεκτή. Μπορείτε να πείτε: "Νιώθω μεγάλη ανασφάλεια και πόνο όταν σταματάς να μου μιλάς. Για να λειτουργήσει η σχέση μας, χρειάζομαι να μου λες 'χρειάζομαι 20 λεπτά χρόνο για να ηρεμήσω' αντί να εξαφανίζεσαι συναισθηματικά". Η αντικατάσταση της σιωπής με μια προσυμφωνημένη "παύση" (time-out) μετατρέπει μια επιθετική πράξη σε μια υγιή διαχείριση του θυμού.
Η εστίαση στην αυτονομία και την προσωπική σας ευτυχία λειτουργεί ως το καλύτερο αντίδοτο στη χειραγώγηση. Αν ο σύντροφός σας χρησιμοποιεί τη σιωπή για να σας τιμωρήσει, περιμένει να σας δει καταρρακωμένους. Συνεχίζοντας κανονικά τη ζωή σας, τις δραστηριότητές σας και τις επαφές σας με φίλους, στέλνετε το μήνυμα ότι η συναισθηματική σας σταθερότητα δεν εξαρτάται από τις τακτικές του. Η αυτοφροντίδα δεν είναι πράξη εγωισμού, αλλά μια δήλωση ότι δεν δέχεστε να γίνετε όμηρος της σιωπής κανενός. Αν το φαινόμενο επαναλαμβάνεται συστηματικά, η συμβουλή ενός ειδικού ή η θεραπεία ζεύγους μπορεί να βοηθήσει να διαπιστωθεί αν υπάρχει η θέληση και από τις δύο πλευρές να χτιστούν γέφυρες επικοινωνίας.
Η θεραπευτική υποστήριξη είναι συχνά απαραίτητη για να "σπάσει" το τραύμα που έχει εγγραφεί στο σώμα και την ψυχή. Η ψυχοθεραπεία βοηθά το άτομο να επεξεργαστεί το θυμό και τη θλίψη της απόρριψης και να χτίσει μια υγιή αυτοεκτίμηση που δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις των άλλων. Η Alice Miller στο έργο της "Το Δράμα του Προικισμένου Παιδιού" τονίζει ότι η θεραπεία ξεκινά όταν το παιδί επιτρέψει στον εαυτό του να πενθήσει για τη συναισθηματική φροντίδα που δεν έλαβε (Miller, 1979). Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το άτομο μαθαίνει ότι η σιωπή του παρελθόντος δεν χρειάζεται να καθορίσει τη φωνή του μέλλοντος, δίνοντάς του την ελευθερία να δημιουργήσει σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό και την αληθινή επαφή.
Κλείνοντας αυτό το ταξίδι στα μονοπάτια της σιωπής, είναι σημαντικό να κρατήσεις μια πολύτιμη αλήθεια: η φωνή σου έχει αξία, ακόμα και τις στιγμές που οι άλλοι επιλέγουν να μην την ακούσουν. Αν μεγάλωσες σε ένα σπίτι όπου η σιωπή ήταν τιμωρία ή αν σήμερα την αντιμετωπίζεις στη σχέση σου, να θυμάσαι πως δεν είσαι εσύ το "λάθος" που πρέπει να διορθωθεί. Είσαι ένα άτομο που αξίζει να ακούγεται, να γίνεται κατανοητό και να νιώθει ασφάλεια μέσα στη ζεστασιά των λέξεων. Η απόφαση να σπάσεις τον κύκλο της σιωπής ξεκινά από τον τρόπο που μιλάς εσύ στον ίδιο σου τον εαυτό. Μάθε να του ψιθυρίζεις λόγια τρυφερότητας εκεί που οι άλλοι επέβαλαν την παγωνιά, και δώσε του το δικαίωμα να ανθίσει έξω από τη σκιά της απόρριψης. Το τραύμα μπορεί να έχει ρίζες βαθιές, αλλά η ανάγκη μας για σύνδεση είναι το φως που πάντα θα μας οδηγεί έξω από το σκοτάδι. Δεν χρειάζεται πια να "μαντεύεις" την αγάπη μέσα από σιωπηλά βλέμματα. Δικαιούσαι μια αγάπη που μιλάει, που γελάει, που διαφωνεί με σεβασμό και που, πάνω απ' όλα, παραμένει παρούσα.
Η δική σου φωνή είναι το κλειδί για την ελευθερία σου. Χρησιμοποίησέ την για να χτίσεις γέφυρες, πρώτα με την καρδιά σου και μετά με τον κόσμο γύρω σου. Μην αφήνεις τη σιωπή του χθες να γίνει ο ψίθυρος του αύριο. Έχεις τη δύναμη να γράψεις μια νέα ιστορία, γεμάτη από τους ήχους της δικής σου, μοναδικής αλήθειας.
Από καρδιάς...

Eisenberger, N. I., & Lieberman, M. D. (2004). Why rejection hurts: a common neural alarm system for physical and social pain. Trends in Cognitive Sciences.
Forward, S. (1989). Toxic Parents: Overcoming Their Hurtful Legacy and Reclaiming Your Life. Bantam.
Gottman, J. M. (1994). What Predicts Divorce? The Relationship Between Marital Processes and Marital Outcomes. Lawrence Erlbaum Associates.
Green, A. (1986). On Private Madness (The Dead Mother). International Universities Press.
Lerner, H. (1985). The Dance of Anger: A Woman's Guide to Changing the Patterns of Intimate Relationships. Harper & Row.
Masten, A. S. (2001). Ordinary magic: Resilience processes in development. American Psychologist.
Miller, A. (1979). The Drama of the Gifted Child: The Search for the True Self. Basic Books.
Rosenberg, M. B. (2003). Nonviolent Communication: A Language of Life. PuddleDancer Press.
Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2000). Self-determination theory and the facilitation of intrinsic motivation, social development, and well-being. American Psychologist.
Williams, K. D. (2002). Ostracism: The Power of Silence. Guilford Press.
Disclaimer: Το παρόν άρθρο παρέχεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς και δεν συνιστά ψυχολογική ή ιατρική γνωμάτευση, διάγνωση ή θεραπευτική παρέμβαση. Το περιεχόμενο δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση και υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Παρότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ακρίβεια και εγκυρότητα των πληροφοριών, ο δημιουργός του παρόντος δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση ή την ερμηνεία του περιεχομένου. Η αξιοποίηση των πληροφοριών γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του αναγνώστη.