Skip to main content

Πέρα από το Βλέμμα του Άλλου: πώς θα Σπάσουμε τα Δεσμά της Ντροπής

Πέρα από το Βλέμμα του Άλλου: πώς θα Σπάσουμε τα Δεσμά της Ντροπής

Η ντροπή είναι ίσως η πιο επώδυνη ανθρώπινη εμπειρία, γιατί δεν προσβάλλει αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε. Αν η ενοχή είναι ένας αστυνόμος που μας διορθώνει όταν παραβαίνουμε έναν κανόνα, η ντροπή είναι ένας δήμιος που επιτίθεται στην ίδια μας την ύπαρξη. Σε αντίθεση με την ενοχή, που λειτουργεί ως ένας εσωτερικός ηθικός δείκτης («έκανα κάτι κακό, μπορώ να το διορθώσω») η ντροπή διατυπώνει μια πολύ πιο ριζική, σχεδόν οντολογική κρίση: «είμαι κακός», «κάτι σε μένα είναι λάθος». Η ενοχή οδηγεί στη δράση, ενώ η ντροπή οδηγεί στην εξαφάνιση. Δεν θέλουμε να επανορθώσουμε, αλλά να χαθούμε από το βλέμμα των άλλων και, συχνά, από το δικό μας. Η διάκριση αυτή, την οποία ανέδειξε με σαφήνεια η Brené Brown, εξηγεί γιατί η ντροπή είναι τόσο παραλυτική. 

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως η ντροπή δεν είναι έμφυτη. Είναι δηλαδή ένα «κοινωνικό συναίσθημα» που μαθαίνεται. Έχοντας αυτό στο μυαλό μας και αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς χτίζεται αυτή η φυλακή, χρειάζεται να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, στις στιγμές που ο εαυτός μας ήταν ακόμη ένας λευκός καμβάς. Η κατασκευή της ντροπής ξεκινά πολύ πριν αποκτήσουμε το λεξιλόγιο για να την περιγράψουμε. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού του John Bowlby, ο εαυτός μας καθρεφτίζεται στα μάτια των πρώτων μας φροντιστών. Όταν ένα βρέφος βιώνει επανειλημμένα την απόρριψη ή την έλλειψη ανταπόκρισης, το νευρικό του σύστημα καταγράφει ένα σήμα κινδύνου. Καθώς το παιδί εξαρτάται απόλυτα από τον γονέα για την επιβίωσή του, δεν μπορεί να επεξεργαστεί την ιδέα ότι ο γονέας σφάλλει. Αντίθετα, εσωτερικεύει την απόρριψη ως προσωπική αποτυχία. Ο Gershen Kaufman περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως «διάρρηξη της γέφυρας του δεσμού». Η ντροπή γεννιέται εκεί ακριβώς όπου η ανάγκη μας για σύνδεση συναντά την εγκατάλειψη.

Αυτή η «διάρρηξη» δεν είναι απλώς μια σκέψη, αλλά μια βαθιά νευροβιολογική εγγραφή. Η ντροπή λειτουργεί ως ένας εσωτερικός διακόπτης που «παραλύει» το σύστημα αναζήτησης κοινωνικής επαφής, ενεργοποιώντας την κατάσταση του «παγώματος» (freeze response). Όταν η ανάγκη για συντονισμό προσκρούει σε έναν τοίχο αδιαφορίας, ο εγκέφαλος συρρικνώνει το υποκείμενο για να το προστατέψει από περαιτέρω πόνο. Εδώ έρχεται η διορατικότητα του Donald Winnicott, ο οποίος μίλησε για τη ζωτική σημασία του «καθρεφτίσματος». Το παιδί χρειάζεται να δει τον εαυτό του να αναγνωρίζεται με αγάπη στο βλέμμα του φροντιστή για να αναπτύξει έναν Αληθή Εαυτό. Όταν όμως η αυθόρμητη έκφραση του παιδιού συναντά γελοιοποίηση ή απόρριψη, το μήνυμα που εγγράφεται είναι: «εσύ δεν είσαι αποδεκτός». Εκεί γεννιέται η ντροπή ως ρήξη της συνέχειας του εαυτού. Το παιδί μαθαίνει να κρύβει κομμάτια του, να αποσύρει τη ζωτικότητά του και να αντικαθιστά την αυθεντικότητά του με έναν «Ψευδή Εαυτό» που υπάρχει για να μην ενοχλεί, να μην εκτίθεται και, τελικά, να μην απορρίπτεται.

Καθώς μεγαλώνουμε, αυτή η εξωτερική απόρριψη μετατρέπεται σε εσωτερικό διάλογο. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η ντροπή παύει να είναι ένα απλό συναίσθημα και γίνεται ένα ίχνος σχέσης. Ο Freud υπέδειξε ότι το βλέμμα και η κρίση των σημαντικών άλλων εσωτερικεύονται, δημιουργώντας το Υπερεγώ. Στην περίπτωση της ντροπής, αυτό το Υπερεγώ δεν περιορίζεται στο να θέτει ηθικά όρια, αλλά μετατρέπεται σε έναν σκληρό εσωτερικό δικαστή που επιτίθεται στον ίδιο τον εαυτό. Νιώθουμε ότι μας «βλέπουν» ακόμη κι όταν είμαστε μόνοι μας. Ο Lacan πήγε αυτή την ιδέα ακόμη βαθύτερα, δείχνοντας ότι η ντροπή συνδέεται άρρηκτα με το «Βλέμμα του Άλλου». Δεν ντρεπόμαστε απλώς για αυτό που είμαστε, αλλά για αυτό που πιστεύουμε ότι ο Άλλος βλέπει σε εμάς. Η ντροπή είναι το συναίσθημα του να είσαι εκτεθειμένος χωρίς προστασία, η αίσθηση ότι κάτι «ακατάλληλο» ή «ελαττωματικό» στον πυρήνα σου αποκαλύφθηκε στο φως, μετατρέποντάς σε από υποκείμενο με επιθυμίες σε ένα αντικείμενο προς κρίση.

Πώς συντηρείται αυτή η επώδυνη πεποίθηση και τι μπορώ να κάνω για να την ανατρέψω; 

Αυτή η αρχική πληγή συντηρείται μέσα στα χρόνια μέσω ενός μηχανισμού που η ψυχολογία ονομάζει Εσωτερικό Κριτή. Πρόκειται για μια εσωτερικευμένη φωνή που αναπαράγει τις επικρίσεις που δεχτήκαμε στο παρελθόν και επιβιώνει χάρη σε τρία στοιχεία: τη σιωπή, τη μυστικότητα και την κρίση. Όσο προσπαθούμε να συντηρήσουμε τον «Ψευδή Εαυτό» μας, τόσο απομακρυνόμαστε από την πηγή της θεραπείας μας. Η ντροπή μάς πείθει ότι αν δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, θα χάσουμε κάθε δεσμό. Όμως, η αλήθεια είναι η αντίστροφη: η ντροπή δεν είναι ένδειξη ηθικής ανεπάρκειας, αλλά απόδειξη μιας απελπισμένης προσαρμογής σε ένα περιβάλλον που κάποτε δεν άντεχε την αλήθεια μας. Ήταν η «ιδιοφυής» λύση ενός παιδιού για να επιβιώσει συναισθηματικά. Στην ενήλικη ζωή, όμως, αυτή η λύση γίνεται το πρόβλημα, εμποδίζοντάς μας να συνδεθούμε αυθεντικά με τους άλλους και τον εαυτό μας. Όσο κρατάμε τις «αποτυχίες» μας κρυφές, τόσο η πεποίθηση ότι είμαστε ελαττωματικοί γιγαντώνεται. Στο επίπεδο της προσωπικότητας, η ντροπή συχνά μεταμφιέζεται σε τελειομανία. Όπως σημειώνει η Brown, η τελειομανία δεν είναι προσπάθεια για αυτοβελτίωση, αλλά ένας αμυντικός μηχανισμός. Είναι η πεποίθηση ότι «αν φαίνομαι τέλειος και τα κάνω όλα σωστά, μπορώ να αποφύγω ή να ελαχιστοποιήσω τον πόνο της κρίσης και της ντροπής». Όμως, επειδή η τελειότητα είναι ανέφικτη, ο φαύλος κύκλος της αυτοκριτικής απλώς βαθαίνει.

Η ανατροπή αυτού του βιώματος ξεκινά από την αναγνώριση ότι η ντροπή είναι ένα «ψέμα» που μας είπαν για να μας προστατέψουν και δεν επιτυγχάνεται με τη λογική, αλλά με την εμπειρία της αποδοχής. Η θεραπεία έρχεται μέσα από την Ενσυναίσθηση και την Ευαλωτότητα, όπως υποστηρίζει η Brené Brown. Από την άλλη, η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπάθεια (Compassion-Focused Therapy) του Paul Gilbert προτείνει ότι πρέπει να μετακινήσουμε το σύστημα ρύθμισης των συναισθημάτων μας από το «σύστημα απειλής» (όπου κυριαρχεί η κορτιζόλη και ο φόβος) στο «σύστημα καθησυχασμού» (όπου κυριαρχεί η ωκυτοκίνη και η ασφάλεια). 

Η θεραπευτική διαδικασία απαιτεί να βγάλουμε την ντροπή στο φως. Αυτό σημαίνει να βρούμε ανθρώπους εμπιστοσύνης και να μοιραστούμε την ιστορία μας. Η ντροπή δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε ένα περιβάλλον ενσυναίσθησης. Όταν αρχίζουμε να μιλάμε για την ντροπή μας, εκείνη αρχίζει να πεθαίνει, γιατί δεν αντέχει το φως και τη σύνδεση. Γι’ αυτό και η ντροπή δεν θεραπεύεται με λογικά επιχειρήματα ή με αυτοβελτίωση. Δεν υποχωρεί όταν «γίνουμε καλύτεροι». Υποχωρεί όταν διακινδυνεύσουμε να φανούμε και δεν εγκαταλειφθούμε. Όταν εκθέτουμε την ευαλωτότητά μας και εισπράττουμε κατανόηση αντί για κριτική. Όταν η πεποίθηση «είμαι ελαττωματικός» αρχίζει να αποδομείται και έτσι διαψεύσει, έστω και ελάχιστα, την παλιά οντολογική πεποίθηση: «αν με δουν όπως είμαι, θα με απορρίψουν».Το κλειδί είναι η μετατόπιση από τον «εσωτερικό δικαστή» στον «εσωτερικό σύμμαχο». Αυτό επιτυγχάνεται με την Αυτοσυμπάθεια (Self-Compassion) της Kristin Neff, η οποία μας καλεί να δούμε την ατέλειά μας όχι ως προσωπικό στίγμα, αλλά ως μέρος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Έτσι, αντί να κρίνουμε τον εαυτό μας, ξεκινξάμε να αναγνωρίζουμε την παραδοχή ότι το να υποφέρεις και να είσαι ατελής είναι κάτι που μοιράζεσαι με κάθε άλλο άνθρωπο στον πλανήτη. Ταυτόχρονα, η χρήση της Ενσυνειδητότητας (Mindfulness) μας βοηθά να παρατηρούμε τις σκέψεις ντροπής χωρίς να ταυτιζόμαστε μαζί τους. Αντί για το «είμαι άχρηστος», μαθαίνουμε να λέμε «έχω μια σκέψη ότι είμαι άχρηστος». Αυτή η μικρή γλωσσική και νοητική απόσταση δημιουργεί τον χώρο που χρειάζεται η ψυχή για να αναπνεύσει.

Τελικά, η εργασία με την ντροπή δεν αφορά στην εξαφάνιση του συναισθήματος, αλλά στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στην ντροπή (shame resilience). Είναι η ικανότητα μας να αναγνωρίζουμε πότε ενεργοποιείται, να κατανοούμε τα ερεθίσματά μας και να επιστρέφουμε στην αυτοαξία μας χωρίς να επιτρέπουμε στο συναίσθημα να καθορίσει την ταυτότητά μας. Η ανατροπή αυτής της πεποίθησης λοιπόν ολοκληρώνεται όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η αξία μας δεν είναι κάτι που κερδίζεται με επιτεύγματα, ούτε κάτι που χάνεται με λάθη. Είναι μια εγγενής κατάσταση που απλώς περιμένει να την αναγνωρίσουμε κάτω από τα στρώματα του φόβου.

Η ανατροπή της ντροπής απαιτεί να ξαναχτίσουμε τη «γέφυρα του δεσμού», αυτή τη φορά με τον ίδιο μας τον εαυτό. Χρειάζεται να μάθουμε να κοιτάμε τον εαυτό μας με το βλέμμα που μας έλειψε: ένα βλέμμα που δεν απαιτεί τελειότητα, αλλά αναγνωρίζει την προσπάθεια. Η ντροπή μάς έμαθε να κρυβόμαστε. Η θεραπεία μάς καλεί να εμφανιστούμε. Δεν πρόκειται για το να γίνουμε «καλύτεροι», αλλά για το να γίνουμε «ολόκληροι», αγκαλιάζοντας ακόμη και εκείνα τα κομμάτια που μάθαμε να ντρεπόμαστε. Στο τέλος της διαδρομής, ανακαλύπτουμε ότι η αξία μας δεν εξαρτάται από το πώς μας είδαν κάποτε οι άλλοι, αλλά από τη δική μας απόφαση να σταθούμε με τρυφερότητα μπροστά στον καθρέφτη και να πούμε: «Σε βλέπω, και είναι οκ να είσαι εσύ».

 Σας ευχαριστώ

gio.png


Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Brown, B. (2006). Shame resilience theory: A grounded theory study on women and shame. Families in Society: The Journal of Contemporary Social Services, 87(1), 43–52.

Brown, B. (2012). Daring greatly: How the courage to be vulnerable transforms the way we live, love, parent, and lead. Gotham Books.

Freud, S. (1961). The ego and the id. (J. Strachey, Trans. & Ed.). W. W. Norton & Company. (Original work published 1923).

Gilbert, P. (2009). The compassionate mind: A new approach to life's challenges. Constable & Robinson.

Kaufman, G. (1996). The psychology of shame: Theory and treatment of shame-based syndromes (2nd ed.). Springer Publishing Company.

Lacan, J. (1998). The seminar of Jacques Lacan, Book XI: The four fundamental concepts of psychoanalysis. (A. Sheridan, Trans.; J.-A. Miller, Ed.). W. W. Norton & Company. (Original work published 1973).

Neff, K. D. (2011). Self-compassion: The proven power of being kind to yourself. William Morrow.

Winnicott, D. W. (1971). Playing and reality. Routledge.

Winnicott, D. W. (1960). Ego distortion in terms of true and false self. In The maturational processes and the facilitating environment: Studies in the theory of emotional development (pp. 140–152). International Universities Press.