Στη Σκιά της Ξένης Λογικής: Το Τίμημα της Ψυχικής Προσαρμογής
Η φράση «το παράλογο του άλλου πρέπει να γίνει το δικό σου λογικό» περιγράφει μια από τις πιο οδυνηρές και σύνθετες μορφές ψυχολογικής προσαρμογής. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου το άτομο αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δική του αντίληψη για την πραγματικότητα και να υιοθετήσει ένα ξένο, συχνά διαστρεβλωμένο σύστημα αξιών και κανόνων, προκειμένου να διατηρήσει μια σχέση, να αποφύγει τη σύγκρουση ή απλώς να επιβιώσει σε ένα τοξικό περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία δεν είναι μια απλή υποχώρηση, αλλά μια βαθιά εσωτερική αλλοίωση που αγγίζει τα όρια της ψυχολογικής χειραγώγησης και της αυτοσυντήρησης.
Στην ελληνική ποπ κουλτούρα, αυτή η κατάσταση αποτυπώθηκε με έναν ευφυή, σχεδόν προφητικό τρόπο μέσα από τον χαρακτήρα της χήρας «Μίστη» στους Δέκα Μικρούς Μήτσους. Η ατάκα της, «Παράλογο;» (όπου ακολουθούσε μια παύση χωρίς απάντηση) και η ακαριαία κατάληξη «Άρα λογικό!», αποτελεί την τέλεια συμπύκνωση αυτού του φαινομένου. Αν και το sketch ήταν κωμικό, η ψυχολογική του βάση είναι σκοτεινή. Αφού κανείς δεν απαντούσε στο παράλογο, η αυθαίρετη πραγματικότητα μας λέευ οπως είναι λογικό. Όταν ο «άλλος» σιωπά, από φόβο, από κούραση, από αδυναμία ή από ανάγκη, το παράλογο βαφτίζεται αυτόματα λογικό, δημιουργώντας ένα κενό όπου η αλήθεια παύει να έχει σημασία και κυριαρχεί μόνο η ισχύς εκείνου που ορίζει τους κανόνες.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτή η μετάβαση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό μέσω της θεωρίας της γνωστικής ασυμφωνίας. Όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με πληροφορίες ή συμπεριφορές που συγκρούονται με τις βασικές τους πεποιθήσεις, βιώνουν μια έντονη εσωτερική δυσφορία. Για να ανακουφιστεί αυτή η ένταση, το άτομο συχνά «στρεβλώνει» τη δική του λογική για να ταιριάξει με το περιβάλλον του. Σύμφωνα με τον Festinger (1957), η ανάγκη για εσωτερική συνέπεια είναι τόσο ισχυρή, που αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε την παράλογη κατάσταση γύρω μας, θα αλλάξουμε τον τρόπο που την ερμηνεύουμε, πείθοντας τον εαυτό μας ότι «έτσι έχουν τα πράγματα» ή ότι «ίσως ο άλλος έχει δίκιο».
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η υποταγή στο παράλογο αποτελεί έναν αμυντικό μηχανισμό επιβίωσης. Στις περιπτώσεις ναρκισσιστικής κατάχρησης, για παράδειγμα, συναντάμε συχνά το φαινόμενο του gaslighting. Εδώ, ο θύτης αρνείται συστηματικά την πραγματικότητα του θύματος, μέχρι το θύμα να αρχίσει να αμφισβητεί την ίδια του τη λογική. Όπως σημειώνει ο Stern (2007), το θύμα υιοθετεί την οπτική του θύτη όχι επειδή την πιστεύει πραγματικά, αλλά επειδή η διατήρηση της δικής του αλήθειας επιφέρει τέτοιο ψυχικό κόστος (απόρριψη, θυμό, τιμωρία) που η «συνθηκολόγηση» με το παράλογο φαντάζει ως η μόνη ασφαλής οδός.
Ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής συναντάμε στις εργασιακές σχέσεις με αυταρχικούς εργοδότες ή προιστάμενους. Φανταστείτε έναν υπάλληλο σε μια εταιρεία όπου ο διευθυντής ζητά ακατόρθωτα πράγματα, αλλάζει γνώμη κάθε δέκα λεπτά και κατηγορεί τους άλλους για δικά του λάθη. Αν ο υπάλληλος προσπαθήσει να αντιπαραθέσει τη λογική του, θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόλυση ή την περιθωριοποίηση. Σταδιακά, ο υπάλληλος αρχίζει να προβλέπει το «παράλογο» και να το ενσωματώνει στη δουλειά του. Σταματά να αναρωτιέται «γιατί το κάνουμε αυτό;» και απλώς αποδέχεται ότι η παράνοια του αφεντικού είναι ο νέος κανόνας λειτουργίας. Η επιβίωση εδώ έχει κόαστος και απαιτεί την απώλεια της κριτικής σκέψης.
Ακόμα πιο επώδυνο είναι το παράδειγμα των δυσλειτουργικών οικογενειών. Ένα παιδί που μεγαλώνει με έναν γονέα που έχει απρόβλεπτες εκρήξεις θυμού ή παθολογία, μαθαίνει πολύ γρήγορα ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από το να «διαβάζει» το παράλογο. Αν ο γονέας αποφασίσει ότι σήμερα «το μπλε είναι κόκκινο», το παιδί θα συμφωνήσει αμέσως. Δεν πρόκειται για ψέμα, αλλά για μια ενστικτώδη προσαρμογή. Σύμφωνα με τη θεωρία του δεσμού (Bowlby, 1988), η ανάγκη για σύνδεση με τον φροντιστή είναι ανώτερη από την ανάγκη για αλήθεια. Το παιδί προτιμά να θυσιάσει τη λογική του παρά τη σχέση του, καθώς η μοναξιά και η εγκατάλειψη φαντάζουν πολύ πιο τρομακτικές από μια διαστρεβλωμένη πραγματικότητα.
Η διαδικασία αυτή έχει βαρύ τίμημα στην ψυχική υγεία. Όταν το παράλογο του άλλου γίνεται δική μας κανονικότητα, δημιουργείται ένα φαινόμενο που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «διάσπαση». Ένα μέρος του εαυτού μας γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ένα άλλο μέρος λειτουργεί βάσει του ξένου σεναρίου. Αυτή η συνεχής εσωτερική σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα κατάθλιψης, γενικευμένου άγχους και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Το άτομο χάνει την επαφή με το «κέντρο» του, καθώς η ενέργειά του αναλώνεται στο να ισορροπεί σε μια τραμπάλα παραλογισμού που δεν ελέγχει το ίδιο.
Επιπλέον, η κοινωνική διάσταση αυτού του φαινομένου είναι εξίσου σημαντική. Σε περιόδους κρίσης ή κάτω από ολοκληρωτικά συστήματα σκέψης, ολόκληρες ομάδες ανθρώπων μπορεί να υιοθετήσουν παράλογες αφηγήσεις για να νιώσουν ασφαλείς ή ενταγμένες. Η πίεση της ομάδας (peer pressure) και η ανάγκη για ανήκειν λειτουργούν όπως ακριβώς η σιωπή απέναντι στην ερώτηση της χήρας Μίστη. Αν όλοι γύρω μας αποδέχονται το παράλογο ως λογικό, η διατήρηση της προσωπικής μας λογικής μας καθιστά «τρελούς» ή προβληματικούς. Έτσι, η υποταγή γίνεται μια πράξη κοινωνικής επιβίωσης (Asch, 1956).
Και πώς βγαίνω από αυτό;
Η έξοδος από το τούνελ της «ξένης λογικής» δεν είναι μια στιγμιαία απόφαση, αλλά μια σταδιακή διαδικασία επανασύνδεσης με την προσωπική μας αλήθεια. Το πρώτο και κρισιμότερο βήμα για τη θεραπεία είναι η αναγνώριση της κατάστασης, αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε «ενόραση». Πρέπει δηλαδή το άτομο να σταματήσει να αναρωτιέται αν το «παράλογο» είναι όντως λογικό και να αποδεχτεί ότι η σύγχυση που νιώθει είναι το φυσικό αποτέλεσμα της χειραγώγησης. Σύμφωνα με τον Linehan (1993), η πρακτική της «επικύρωσης» (validation) είναι θεμελιώδης. Αν το περιβάλλον σου δεν επικυρώνει την πραγματικότητά σου, πρέπει να μάθεις να το κάνεις εσύ για τον εαυτό σου, αναγνωρίζοντας ότι τα συναισθήματά σου και οι παρατηρήσεις σου έχουν βάση, ακόμη κι αν κανένας άλλος γύρω σου δεν τα επιβεβαιώνει.
Μια ουσιαστική λύση βρίσκεται στην καλλιέργεια της «διαφοροποίησης του εαυτού». Ο Murray Bowen (1978) υποστήριξε ότι η ικανότητα ενός ανθρώπου να διατηρεί την ατομικότητά του και τις πεποιθήσεις του ενώ παραμένει συνδεδεμένος με το σύστημα (οικογένεια ή σχέση) είναι το κλειδί της ψυχικής υγείας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μαθαίνουμε να θέτουμε εσωτερικά όρια. Ακόμη κι αν για λόγους επιβίωσης αναγκαζόμαστε να συμφωνήσουμε εξωτερικά με κάτι παράλογο (για παράδειγμα, σε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον όπου η σιωπή είναι χρυσός) πρέπει εσωτερικά να κρατάμε μια «ασφαλή απόσταση». Μπορείς να πεις στον εαυτό σου: «Δέχομαι να κάνω αυτό που ζητάς για να μη χάσω τη δουλειά μου, αλλά ξέρω ότι αυτό που ζητάς στερείται λογικής». Αυτή η εσωτερική διατήρηση της αλήθειας αποτρέπει τη διάσπαση του εγώ και προστατεύει τον πυρήνα της προσωπικότητας.
Ένα αληθινό παράδειγμα ανάκτησης της λογικής βλέπουμε συχνά σε ανθρώπους που καταφέρνουν να βγουν από ελέγχουσες σχέσεις. Μια γυναίκα που επί χρόνια πίστευε ότι για κάθε ξέσπασμα του συντρόφου της έφταιγε η δική της «ανικανότητα» να μαγειρέψει ή να καθαρίσει (το κλασικό «παράλογο/λογικό»), αρχίζει να σώζεται όταν αρχίζει να μιλάει με τρίτα πρόσωπα. Η αναζήτηση εξωτερικής μαρτυρίας είναι λυτρωτική. Η επαφή με φίλους, θεραπευτές ή υποστηρικτικές ομάδες λειτουργεί ως «έλεγχος πραγματικότητας» (reality test). Όταν ακούει από κάποιον άλλον ότι «όχι, δεν είναι λογικό να ουρλιάζει κάποιος επειδή το φαγητό άργησε πέντε λεπτά», ο ιστός του παραλόγου αρχίζει να ξηλώνεται. Η Herman (1992) τονίζει ότι η ανάρρωση από το ψυχικό τραύμα απαιτεί την αποκατάσταση της σύνδεσης με τους άλλους, καθώς η απομόνωση είναι το έδαφος όπου ευδοκιμεί το παράλογο.
Η τελική λύση συχνά απαιτεί την «απομάκρυνση από το πεδίο», είτε αυτή είναι συναισθηματική είτε σωματική. Δεν μπορούμε να θεραπευτούμε στο ίδιο περιβάλλον που μας αρρωσταίνει. Το άτομο χρειάζεται να αναπτύξει αυτό που ο Bandura (1997) ονομάζει «αυτοαποτελεσματικότητα», δηλαδή την πίστη ότι μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες της δικής του λογικής. Η λύση δεν είναι να πείσεις τον «άλλο» ότι είναι παράλογος, γεγονός που είναι συχνά μάταιο, αλλά να πείσεις τον εαυτό σου ότι έχεις το δικαίωμα να ζεις σε μια πραγματικότητα που βγάζει νόημα, ακόμα κι αν χρειαστεί να χτίσεις αυτή την πραγματικότητα από την αρχή, μακριά από εκείνους που την υπονομεύουν.
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η προσαρμογή, αν και σωτήρια σε στιγμές κρίσης, δεν μπορεί να είναι μόνιμη λύση. Η επιβίωση είναι το πρώτο βήμα, αλλά η ψυχική ευημερία απαιτεί την επανάκτηση της προσωπικής αλήθειας. Το να λες «αυτό είναι παράλογο» είναι μια πράξη επανάστασης και αυτοφροντίδας. Απαιτεί θάρρος να σταματήσεις να συμπληρώνεις το «άρα λογικό» στη σιωπή και να αρχίσεις να θέτεις όρια που προστατεύουν τη δική σου αντίληψη για τον κόσμο. Η υγεία ξεκινά εκεί που τελειώνει η ανάγκη μας να δικαιολογούμε το παράλογο των άλλων σε βάρος του δικού μας νου.
Σας ευχαριστώ

Asch, S. E. (1956). Studies of independence and conformity: I. A minority of one against a unanimous majority. Psychological Monographs: General and Applied, 70(9), 1–70.
Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. W. H. Freeman and Company.
Bowen, M. (1978). Family therapy in clinical practice. Jason Aronson.
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Festinger, L. (1957). A theory of cognitive dissonance. Stanford University Press.
Herman, J. L. (1992). Trauma and recovery: The aftermath of violence—from domestic abuse to political terror. Basic Books.
Linehan, M. M. (1993). Cognitive-behavioral treatment of borderline personality disorder. Guilford Press.
Stern, R. (2007). The gaslight effect: How to spot and survive the hidden manipulation others use to control your life. Morgan Road Books.