Skip to main content

Όταν ο Πόνος Σου Δεν Χωράει στον Κόσμο: Κατανοώντας τη Λούπα του Τραύματος

Όταν ο Πόνος Σου Δεν Χωράει στον Κόσμο: Κατανοώντας τη Λούπα του Τραύματος

Όταν ο συναισθηματικός πόνος ενός τραύματος αναβιώνει, δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη ανάμνηση. Είναι μια κατάσταση κατά την οποία το παρελθόν «εισβάλλει» στο παρόν με τέτοια ορμή, που ο κόσμος γύρω μας παύει να φαντάζει ασφαλής ή γνώριμος. Αυτό που συχνά περιγράφεται ως ένας πόνος που «δεν αντέχεται» και μια σκέψη που κολλάει σε μια αέναη λούπα, αποτελεί την ουσία αυτού που η ψυχολογία ονομάζει μετατραυματική επανεμπειρία ή «αναλαμπή» (flashback). Σύμφωνα με τον van der Kolk (2014), το τραύμα δεν είναι μια ιστορία που συνέβη κάποτε, αλλά ένα αποτύπωμα στον εγκέφαλο και το σώμα που κάνει το άτομο να νιώθει ότι ο κίνδυνος είναι εδώ, αυτή τη στιγμή, ακόμα κι αν το περιβάλλον είναι αντικειμενικά ήρεμο.

Η αίσθηση ότι ο κόσμος δεν σε χωράει και ότι όλα είναι ακατόρθωτα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υπερλειτουργία της αμυγδαλής, του τμήματος του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για την ανίχνευση απειλών. Όταν ενεργοποιείται το τραύμα, το κομμάτι που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε λογικά και να βάζουμε τα πράγματα σε σειρά, που λέγεται ο προμετωπιαίος φλοιός, ουσιαστικά «απενεργοποιείται». Αυτό εξηγεί γιατί η σκέψη εγκλωβίζεται στην ίδια λούπα. Το μυαλό προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει μια λύση ή μια εξήγηση σε κάτι που βιώθηκε ως ακατανόητο, αλλά επειδή το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση «μάχης ή φυγής», η λογική επεξεργασία καθίσταται αδύνατη. Ο πόνος και ο φόβος γίνονται οι μοναδικοί φακοί μέσα από τους οποίους βλέπουμε την πραγματικότητα, κάνοντας το μέλλον να μοιάζει με ένα σκοτεινό τοίχο.

Ένα αληθινό παράδειγμα αυτής της κατάστασης συναντάμε συχνά σε ανθρώπους που έχουν βιώσει απώλεια ή εγκατάλειψη. Φανταστείτε κάποιον που, μετά από έναν επώδυνο χωρισμό που ξύπνησε παιδικά τραύματα απόρριψης, νιώθει ότι δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι. Κάθε δωμάτιο του σπιτιού του προκαλεί ασφυξία. Η σκέψη του επαναλαμβάνει συνεχώς τις τελευταίες λέξεις που άκουσε, προσπαθώντας να καταλάβει «γιατί», αλλά η απάντηση δεν έρχεται ποτέ. Για αυτό το άτομο, η καθημερινότητα (το να πλυθεί, να φάει ή να πάει στη δουλειά) φαντάζει σαν να του ζητούν να ανέβει το Έβερεστ χωρίς εξοπλισμό. Σύμφωνα με τη θεωρία της Seligman (1972) για την «μαθημένη απελπισία», όταν το άτομο νιώθει ότι δεν έχει έλεγχο πάνω στον πόνο του, σταδιακά παραιτείται από κάθε προσπάθεια, καθώς όλα φαίνονται μάταια.

Το μοντέλο του Κύκλου Φόβου-Έντασης-Πόνου (Fear-Tension-Pain Cycle), αρχικά αναπτύχθηκε από τον Dick-Read (1944) και αργότερα υιοθετήθηκε από τη γνωστική-συμπεριφορική ψυχολογία για τη διαχείριση του χρόνιου πόνου και του τραύματος. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, ο πόνος δεν είναι μόνο ένα σωματικό ή συναισθηματικό γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης που αυτοτροφοδοτείται. Όταν το τραύμα αναβιώνει, ο φόβος ενεργοποιεί το νευρικό σύστημα, προκαλώντας μια κατάσταση έντονης μυϊκής και ψυχικής έντασης. Αυτή η ένταση, με τη σειρά της, κάνει το άτομο πιο ευαίσθητο στον πόνο, ο οποίος στη συνέχεια αυξάνει τον φόβο, κλείνοντας έναν φαύλο κύκλο που μοιάζει αδύνατο να σπάσει.

Στο πλαίσιο του ψυχικού τραύματος, ο κύκλος αυτός ξεκινά από τον «φόβο του φόβου». Το άτομο φοβάται την ίδια την αναβίωση του τραύματος, γεγονός που το κρατά σε μια κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης ή υπερδιέγερσης (hyperarousal). Όπως εξηγεί ο van der Kolk (2014), αυτή η διαρκής ετοιμότητα για κίνδυνο μεταφράζεται σε σωματική ένταση. Oι ώμοι σφίγγουν, η αναπνοή γίνεται ρηχή, οι μύες είναι σε ετοιμότητα για μάχη. Αυτή η βιολογική ένταση στέλνει σήμα στον εγκέφαλο ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, εντείνοντας το συναισθηματικό άλγος. Έτσι, ο πόνος που «δεν υποφέρεται» είναι στην πραγματικότητα ο πόνος του παρελθόντος πολλαπλασιασμένος από την τωρινή ένταση του σώματος.

Ένα αληθινό παράδειγμα αυτής της θεωρίας συναντάμε σε ανθρώπους με κρίσεις πανικού που πυροδοτούνται από τραυματικές μνήμες. Μια γυναίκα που έχει βιώσει ένα σοβαρό ατύχημα μπορεί να νιώσει έναν ελαφρύ σφίξιμο στο στήθος (ένταση) λόγω ενός ήχου που της θύμισε το γεγονός. Αμέσως, ο φόβος ότι «θα ξανασυμβεί» ή ότι «παθαίνει έμφραγμα» γιγαντώνεται. Ο φόβος αυτός προκαλεί περαιτέρω σφίξιμο, το οποίο πλέον πονάει πραγματικά. Ο πόνος επιβεβαιώνει τον αρχικό φόβο («τελικά όντως κάτι κακό συμβαίνει»), και η λούπα επιταχύνεται μέχρι το άτομο να νιώσει ότι ο κόσμος δεν το χωράει. Σύμφωνα με τον Vlaeyen (2000), αυτό το μοντέλο «αποφυγής του φόβου» (fear-avoidance model) είναι που καθιστά τον πόνο δυσβάστακτο, καθώς το άτομο εγκλωβίζεται στην προσπάθειά του να μην πονέσει, κάτι που τελικά προκαλεί περισσότερο πόνο.

Τι κάνουμε, λοιπόν, όταν ο πόνος είναι δυσβάστακτος;

Η λύση για το σπάσιμο αυτού του κύκλου έγκειται στην παρέμβαση σε οποιοδήποτε από τα τρία σημεία: στον φόβο, στην ένταση ή στον πόνο. Το πρώτο βήμα είναι η «γείωση» (grounding). Όταν ο κόσμος δεν σε χωράει, πρέπει να ξαναβρείς τη θέση σου μέσα στο σώμα σου. Η Herman (1992) τονίζει ότι η ασφάλεια είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε θεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι εκείνη τη στιγμή του ακραίου πόνου, η προτεραιότητα δεν είναι να «λύσεις» το πρόβλημα ή να αναλύσεις το τραύμα, αλλά να ηρεμήσεις το νευρικό σου σύστημα. Μικρές, αισθητηριακές ενέργειες, όπως το να αγγίξεις μια κρύα επιφάνεια, να μυρίσεις κάτι έντονο ή να εστιάσεις στον ρυθμό της αναπνοής σου, στέλνουν σήμα στον εγκέφαλο ότι «αυτή τη στιγμή, σε αυτό το δωμάτιο, είμαι ασφαλής». Είναι η προσπάθεια να βγεις από τη λούπα του παρελθόντος και να επιστρέψεις στο «εδώ και τώρα».

Οι τεχνικές χαλάρωσης και η προοδευτική μυϊκή αποκατάσταση στοχεύουν στη μείωση της έντασης, έτσι ώστε ο εγκέφαλος να λάβει το σήμα ότι η «μάχη» τελείωσε. Από την άλλη, η γνωστική αναδόμηση, όπως προτείνεται από τον Beck (1979), βοηθά στο να αμφισβητηθεί ο φόβος που τροφοδοτεί τη λούπα. Αν το άτομο καταφέρει να πει στον εαυτό του «αυτό που νιώθω είναι μια αναλαμπή και όχι ένας τωρινός κίνδυνος», ο φόβος μειώνεται, η ένταση υποχωρεί και ο πόνος γίνεται πιο διαχειρίσιμος. Η κατανόηση ότι ο πόνος είναι μέρος ενός κύκλου και όχι μια στατική καταδίκη, είναι το πρώτο βήμα για να αρχίσει ο κόσμος να μας «χωράει» ξανά.

Η αποδοχή του πόνου, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, είναι μέρος της λύσης. Σύμφωνα με τον Hayes (2005), όταν προσπαθούμε απεγνωσμένα να σταματήσουμε να πονάμε ή να φοβόμαστε, ο φόβος ή ο πόνος γιγαντώνονται. Αν αντίθετα πούμε στον εαυτό μας «αυτή τη στιγμή πονάω πολύ, και είναι εντάξει που πονάω, γιατί αυτό που έζησα ήταν βαρύ», μειώνουμε την ένταση της εσωτερικής σύγκρουσης. Ο πόνος παραμένει, αλλά παύει να είναι ο εχθρός που πρέπει να εξοντωθεί ακαριαία. Γίνεται ένα κύμα που χρειάζεται να το αφήσουμε να περάσει πάνω από εμάς μέχρι να εξασθενήσει.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η αναζήτηση της «συν-ρύθμισης». Οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά όντα και το νευρικό μας σύστημα ηρεμεί μέσα από την επαφή με άλλους. Όταν νιώθεις ότι ο κόσμος δεν σε χωράει, η απομόνωση μπορεί να κάνει τη λούπα της σκέψης ακόμα πιο σφιχτή. Όπως σημειώνει ο Bowlby (1988), η ύπαρξη μιας «ασφαλούς βάσης» στο πρόσωπο ενός φίλου, ενός συντρόφου ή ενός θεραπευτή, μπορεί να βοηθήσει στην καταπράυνση του τρόμου. Μερικές φορές, το να κάθεσαι απλώς δίπλα σε κάποιον που σε καταλαβαίνει, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τα πάντα, μπορεί να κάνει το «αβάσταχτο» λίγο πιο ελαφρύ. Η παρουσία του άλλου λειτουργεί ως καθρέφτης που σου υπενθυμίζει ότι εξακολουθείς να υπάρχεις, παρόλο που ο πόνος προσπαθεί να σε εξαφανίσει.

Η αίσθηση του ματαίου είναι μέρος της διαδικασίας. Όχι το τέλος της. Όταν όλα φαίνονται αδύνατα, είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι αυτή είναι η «φωνή» του τραύματος και όχι η απόλυτη αλήθεια. Η ελπίδα σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ένα μεγάλο, φωτεινό συναίσθημα, αλλά η μικρή απόφαση να αντέξεις ακόμα ένα λεπτό, ακόμα μια ώρα, ακόμα μια ημέρα. Με τον καιρό, οι λούπες αραιώνουν, ο φόβος μικραίνει και η ζωή αρχίζει να αποκτά ξανά χρώμα, ακόμα κι αν τώρα όλα φαντάζουν γκρίζα και ακατόρθωτα.

Μη μασάς!

Ο πόνος έχει τέλος, ακόμα κι αν η φύση του είναι να σε πείθει για το αντίθετο.

Σας ευχαριστώ

gio.png


Beck, Α. Τ. (1979). Cognitive therapy and the emotional disorders. Penguin.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Dick-Read, G. (1944). Childbirth without fear: The principles and practice of natural childbirth. Harper & Brothers.

Hayes, S. C., Strosahl, K. D., & Wilson, K. G. (2005). Acceptance and commitment therapy: An experiential approach to behavior change. Guilford Press.

Herman, J. L. (1992). Trauma and recovery: The aftermath of violence—from domestic abuse to political terror. Basic Books.

Linehan, M. M. (1993). Cognitive-behavioral treatment of borderline personality disorder. Guilford Press.

Seligman, M. E. P. (1972). Learned helplessness. Annual Review of Medicine, 23(1), 407–412.

Shapiro, F. (2001). Eye movement desensitization and reprocessing (EMDR): Basic principles, protocols, and procedures (2nd ed.). Guilford Press.

van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.

Vlaeyen, J. W., & Linton, S. J. (2000). Fear-avoidance and its consequences in chronic musculoskeletal pain: A state of the art. Pain, 85(3), 317-332.