Πέρα από τη Μάχη ή τη Φυγή: Οι 4 Αντιδράσεις Επιβίωσης του Νευρικού μας Συστήματος
Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια απειλή, είτε αυτή είναι ένας πραγματικός σωματικός κίνδυνος είτε ένας έντονος ψυχολογικός στρεσογόνος παράγοντας, ο οργανισμός μας ενεργοποιεί ένα πανάρχαιο σύστημα επιβίωσης. Παρόλο που παραδοσιακά αναφερόμαστε σε αυτό ως «μάχη ή φυγή» (fight or flight), η σύγχρονη ψυχολογία και η νευροβιολογία αναγνωρίζουν πλέον ότι η αντίδραση του νευρικού συστήματος στο τραύμα και τον κίνδυνο είναι πιο περίπλοκη και περιλαμβάνει τέσσερις βασικές πτυχές: τη Μάχη (Fight), τη Φυγή (Flight), το Πάγωμα (Freeze) και την Υποταγή ή Κατευνασμό (Fawn). Αυτό το τετραμερές μοντέλο, το οποίο αναλύθηκε διεξοδικά από τον Walker (2013), εξηγεί πώς ο εγκέφαλός μας επιλέγει την καλύτερη στρατηγική για να διασφαλίσει την επιβίωσή μας, ανάλογα με τις συνθήκες και τα βιώματά μας.

Η Μάχη (Fight): Η Ψευδαίσθηση του Ελέγχου μέσω της Ισχύος
Βιολογικά, η αντίδραση αυτή ξεκινά από την αμυγδαλή, η οποία δίνει εντολή για μαζική απελευθέρωση αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης. Σύμφωνα με τον Cannon (1932), το σώμα προετοιμάζεται για φυσική σύγκρουση, η καρδιά καλπάζει για να στείλει αίμα στους μύες, η αναπνοή γίνεται γρήγορη και θορυβώδης, και οι μύες του σαγονιού και των χεριών σφίγγουν. Ο άνθρωπος που βιώνει αυτή την κατάσταση αισθάνεται μια έκρηξη «δίκαιης οργής». Καταλαβαίνει ότι ο κόσμος είναι εχθρικός και ότι η μόνη του επιλογή είναι να επιτεθεί πρώτος για να μην υποταχθεί. Υπάρχει μια αίσθηση «στενής όρασης» (tunnel vision), όπου η ενσυναίσθηση αναστέλλεται και ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος με συναισθήματα, γινόμενος απλώς ένας στόχος ή ένα εμπόδιο.
Για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι, η εμπειρία είναι τρομακτική ή εξοργιστική. Βλέπει έναν άνθρωπο άκαμπτο, επιθετικό, που αρνείται να ακούσει και που χρησιμοποιεί τον εκφοβισμό (λεκτικό ή σωματικό) για να επιβληθεί. Σήμερα, η Μάχη σπάνια εκφράζεται με γροθιές. Τη συναντάμε όμψς στον λεκτικό εκφοβισμό (bullying), στην τοξική αρρενωπότητα, στην ανάγκη για μικροδιαχείριση (micromanagement) στην εργασία, ή ακόμα και στην ακύρωση του άλλου (cancel culture) στα social media. Είναι η τάση να «δικάζουμε» και να τιμωρούμε τον άλλον για να νιώσουμε εμείς ασφαλείς και ανώτεροι (Walker, 2013).
Θεραπευτικά, η Μάχη δουλεύεται μέσω της ανάπτυξης της αυτοπαρατήρησης. Το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τα σωματικά σήματα πριν ξεσπάσει η οργή. Σύμφωνα με τον van der Kolk (2014), η θεραπεία εστιάζει στη «φιλία με το σώμα». Αντί το άτομο να καταπιέζει τον θυμό του, μαθαίνει να καταλαβαίνει ότι ο θυμός του είναι ένας «φρουρός» που προσπαθεί να τον προστατέψει από μια βαθύτερη πληγή, συνήθως από ένα αίσθημα αδυναμίας ή ταπείνωσης.
Στην υγιή της μορφή, η Μάχη μετατρέπεται σε διεκδικητικότητα (assertiveness). Είναι η ικανότητα να θέτεις υγιή όρια, να λες «όχι» και να υπερασπίζεσαι το δίκαιο σου χωρίς να εκμηδενίζεις τον άλλον. Η θετική λειτουργία της είναι το θάρρος και η ηθική ακεραιότητα. Αντί να επιτίθεται για να κυριαρχήσει, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την ενέργειά του για να προστατέψει τον εαυτό του ή τους αδύναμους (Herman, 1992). Η ίαση ξεκινά όταν καταλάβουμε ότι η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην κυριαρχία πάνω στους άλλους, αλλά στην κυριαρχία πάνω στις δικές μας αυτόματες αντιδράσεις.
Η Φυγή (Flight): Η Αέναη Κίνηση μακριά από τον Πόνο
Η αντίδραση της Φυγής (Flight) αποτελεί μια απόκριση επιβίωσης που ενεργοποιείται όταν το νευρικό σύστημα κρίνει ότι η αντιμετώπιση του κινδύνου είναι αδύνατη, αλλά η διαφυγή προσφέρει μια πιθανότητα σωτηρίας. Ενώ στην αρχέγονη μορφή της σήμαινε το τρέξιμο μακριά από ένα σαρκοφάγο, στη σύγχρονη ψυχολογία μεταφράζεται σε μια διαρκή ανάγκη για κίνηση, απασχόληση και αποφυγή της εσωτερικής παύσης, η οποία θεωρείται απειλητική. Όταν ενεργοποιείται η Φυγή, το συμπαθητικό νευρικό σύστημα προετοιμάζει τον οργανισμό για μέγιστη κινητοποίηση. Η αδρεναλίνη πλημμυρίζει το αίμα, οι πνεύμονες διαστέλλονται για αυξημένη πρόσληψη οξυγόνου και τα πόδια συχνά παρουσιάζουν μια νευρική ανησυχία ή την αίσθηση ότι «πρέπει να φύγουν» (Walker, 2013). Το άτομο βιώνει μια διαρκή κατάσταση υπερδιέγερσης (hyperarousal), νιώθοντας ότι ο χρόνος δεν αρκεί και ότι η αδράνεια είναι επικίνδυνη. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση Φυγής δεν καταλαβαίνει απαραίτητα ότι φοβάται. Αντιλαμβάνεται όμως τον εαυτό του ως «πολυπράγμονα», «αποδοτικό» ή απλώς «αγχώδη». Σύμφωνα με τον van der Kolk (2014), υπάρχει μια αποσύνδεση από το σώμα, καθώς η προσοχή στρέφεται αποκλειστικά στο επόμενο βήμα, στο επόμενο project ή στην επόμενη υποχρέωση, ώστε να μην ακουστεί ο εσωτερικός θόρυβος του τραύματος.
Ο παρατηρητής βλέπει έναν άνθρωπο που είναι «πάντα στην πρίζα», που δυσκολεύεται να χαλαρώσει ή να κάνει μια ουσιαστική, ήρεμη συζήτηση. Στις διαπροσωπικές σχέσεις, η Φυγή εκδηλώνεται ως συναισθηματική απόσταση: μόλις η οικειότητα βαθαίνει και γίνεται «επικίνδυνη», το άτομο βρίσκει μια δικαιολογία για να φύγει (δουλειά, ταξίδι, χόμπι).
Σήμερα, η Φυγή είναι η άμυνα που η κοινωνία μας επιβραβεύει περισσότερο. Εκδηλώνεται μέσω της εργασιομανίας, της τελειομανίας, του ψηφιακού εθισμού (διαρκές scrolling για να μην μείνουμε μόνοι με τις σκέψεις μας) και του fitness addiction. Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κάτσει σε μια καρέκλα χωρίς να κοιτάξει το κινητό του ή να κάνει μια λίστα με δουλειές. Η φυγή σήμερα είναι η «φυγή προς τα εμπρός». Θεραπευτικά, η Φυγή δουλεύεται μέσω της εκμάθησης της «ασφαλούς ακινησίας». Επειδή το άτομο ταυτίζει την παύση με τον τρόμο, η θεραπεία εστιάζει στην σταδιακή έκθεση στη σιωπή και στην παρατήρηση των σωματικών αισθήσεων χωρίς κρίση (mindfulness). Ο στόχος είναι να πειστεί το νευρικό σύστημα ότι η χαλάρωση δεν ισούται με θάνατο. Στη θετική της διάσταση, η Φυγή μετατρέπεται σε δημιουργικότητα, υγιή φιλοδοξία και ικανότητα δράσης. Όταν το άτομο απελευθερωθεί από τον καταναγκασμό της φυγής, μπορεί να χρησιμοποιήσει την ενέργειά του για να επιτύχει στόχους, να είναι αποτελεσματικό και να κινητοποιεί άλλους, αλλά αυτή τη φορά με επίγνωση και όχι από φόβο (Herman, 1992). Η ίαση λοιπόν ξεκινά όταν το «τρέχω για να σωθώ» γίνει «σταματώ για να με βρω».
Το Πάγωμα (Freeze): Η Σιωπηλή Αποσύνδεση
Η αντίδραση του Παγώματος (Freeze) είναι ίσως η πιο σύνθετη και «μοναχική» απόκριση στο τραύμα. Ενεργοποιείται όταν το νευρικό σύστημα αξιολογεί ότι ούτε η μάχη ούτε η φυγή είναι εφικτές. Είναι η έσχατη προσπάθεια επιβίωσης μέσω της ακινησίας και της εσωτερικής απόσυρσης. Ενώ η Μάχη και η Φυγή χαρακτηρίζονται από υπερδιέγερση, το Πάγωμα χαρακτηρίζεται από υποδιέγερση (hypoarousal) και αποσύνδεση. Στο Πάγωμα, το σώμα μπαίνει σε μια κατάσταση «ενεργειακής οικονομίας». Σύμφωνα με την Πολυδερματική Θεωρία του Porges (2011), ενεργοποιείται το ραχιαίο τμήμα του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο προκαλεί πτώση των καρδιακών παλμών, μείωση της αρτηριακής πίεσης και μυϊκή παράλυση ή μούδιασμα. Είναι η βιολογική εκδοχή του «παριστάνω τον πεθαμένο» (playing dead). Ο εγκέφαλος εκκρίνει ενδογενή οπιοειδή (ενδορφίνες), που λειτουργούν ως φυσικά παυσίπονα, προετοιμάζοντας τον οργανισμό για έναν πόνο που θεωρεί αναπόφευκτο.
Ο άνθρωπος που παγώνει νιώθει συχνά ότι «βγαίνει» από το σώμα του (αποσύνδεση). Η σκέψη θολώνει (brain fog), η φωνή χάνεται και το άτομο αισθάνεται ανίκανο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση. Υπάρχει μια αίσθηση κενού, υπνηλίας ή «μαύρης τρύπας». Στο μυαλό του μπορεί να κυριαρχεί η σκέψη: «Δεν είμαι εδώ, αυτό δεν συμβαίνει σε μένα». Για τον παρατηρητή, ο άνθρωπος που παγώνει φαίνεται απόμακρος, αναίσθητος, ψυχρός ή ακόμη και βαριεστημένος. Δεν αντιδρά στα ερεθίσματα, έχει άδειο βλέμμα και μοιάζει να μην τον αγγίζει τίποτα. Αυτή η «απάθεια» συχνά παρερμηνεύεται ως έλλειψη ενδιαφέροντος ή πείσμα, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας βαθύς βιολογικός τρόμος που έχει παραλύσει το άτομο (Walker, 2013).
Στη σύγχρονη καθημερινότητα, το Πάγωμα το βλέπουμε στην αναβλητικότητα, στην κοινωνική απομόνωση, στην υπερβολική ενασχόληση με τον ψηφιακό κόσμο (gaming ή binge-watching) ως τρόπο διαφυγής από την πραγματικότητα, και στην κατάθλιψη. Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ξεκινήσει μια εργασία γιατί τον παραλύει το άγχος, ή εκείνος που σε μια σύγκρουση απλώς σωπαίνει και «χάνεται». Θετικά, το Πάγωμα είναι η βάση για τη βαθιά ενδοσκόπηση, τον διαλογισμό και τη σοφία. Όταν λειτουργεί υγιώς, επιτρέπει στο άτομο να σταματήσει, να παρατηρήσει και να αναλύσει μια κατάσταση πριν δράσει. Είναι η ικανότητα της σιωπής και της ψυχραιμίας σε στιγμές χάους, αρκεί να μην συνοδεύεται από τον τρόμο της ακινησίας (Levine, 2010). Θεραπευτικά, το Πάγωμα δουλεύεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Επειδή το άτομο είναι «μουδιασμένο», η θεραπεία εστιάζει στην επανασύνδεση με το σώμα. Σύμφωνα με τον van der Kolk (2014), η κίνηση είναι το «αντίδοτο». Η ίαση ξεκινά όταν το άτομο νιώσει ξανά ότι κατοικεί μέσα στο σώμα του και ότι η ακινησία του είναι επιλογή και όχι φυλακή.
Η Υποταγή (Fawn): Ο Χαμαιλεοντισμός της Επιβίωσης
Η αντίδραση της Υποταγής (Fawn) είναι η πιο πρόσφατη προσθήκη στο μοντέλο των αποκρίσεων στο τραύμα και θεωρείται η πιο «κοινωνική» άμυνα. Ενεργοποιείται όταν η μάχη, η φυγή και το πάγωμα κρίνονται αναποτελεσματικά. Είναι μια στρατηγική επιβίωσης όπου το άτομο προσπαθεί να αποφύγει τον κίνδυνο ή την εγκατάλειψη ικανοποιώντας τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες του «εχθρού» ή του ισχυρότερου μέρους. Σε αντίθεση με τις άλλες αποκρίσεις, η Υποταγή απαιτεί υψηλή γνωστική λειτουργία. Το άτομο δεν «κλείνει» απλώς, αλλά γίνεται ένας υπερευαίσθητος «ανιχνευτής» των διαθέσεων του άλλου. Βιολογικά, το σώμα βρίσκεται σε μια κατάσταση χρόνιας χαμηλής έντασης (low-grade arousal). Το νευρικό σύστημα είναι διαρκώς σε ετοιμότητα να ανιχνεύσει την παραμικρή αλλαγή στον τόνο της φωνής ή τη γλώσσα του σώματος του άλλου (Walker, 2013). Η κορτιζόλη παραμένει σε υψηλά επίπεδα, προκαλώντας συχνά σωματική εξάντληση και προβλήματα στο ανοσοποιητικό, καθώς το άτομο «καταπίνει» τον δικό του θυμό για να διατηρήσει την ειρήνη.
Ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί την Υποταγή νιώθει ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από την έγκριση των άλλων. Καταλαβαίνει ότι «δεν έχει δικαίωμα» να έχει όρια. Συχνά αισθάνεται μια βαθιά εσωτερική σύγχυση, καθώς οι δικές του επιθυμίες θάβονται τόσο βαθιά που παύει να γνωρίζει ποιος πραγματικά είναι. Νιώθει ασφαλής μόνο όταν οι άλλοι είναι ευχαριστημένοι μαζί του. Για τον παρατηρητή, το άτομο αυτό φαίνεται ως ο «ιδανικός φίλος», ο «άνθρωπος που δεν χαλάει χατίρι» ή ο «people pleaser». Ωστόσο, στην πραγματικότητα, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να φαντάζει ανειλικρινής, υπερβολικά υποχωρητική ή «άχρωμη». Στις τοξικές σχέσεις, ο θύτης βλέπει ένα εύκολο θύμα για χειραγώγηση, γεγονός που ενισχύει τον φαύλο κύκλο της κακοποίησης (Herman, 1992).
Σήμερα, η Υποταγή εκδηλώνεται ως ανικανότητα θέσπισης ορίων, ως παθολογική ευγένεια, και ως η τάση να ζητάμε συγγνώμη για πράγματα που δεν ελέγχουμε. Τη συναντάμε στον υπάλληλο που δέχεται όλο τον φόρτο εργασίας των συναδέλφων του χωρίς παράπονο, ή στον σύντροφο που εξαφανίζει την προσωπικότητά του για να ταιριάξει στα γούστα του άλλου. Θετικά, η Υποταγή είναι η βάση για την ενσυναίσθηση, τη διπλωματία και την κοινωνική νοημοσύνη. Όταν λειτουργεί υγιώς, επιτρέπει στο άτομο να κατανοεί τις ανάγκες των άλλων και να χτίζει γέφυρες επικοινωνίας. Είναι η ικανότητα της συνεργασίας και του συμβιβασμού, αρκεί να μην γίνεται εις βάρος της προσωπικής ακεραιότητας (Walker, 2013). Η ίαση ξεκινά όταν το άτομο συνειδητοποιήσει ότι η αγάπη που κερδίζεται μέσω της υποταγής δεν είναι αληθινή αγάπη, αλλά ένα συμβόλαιο φόβου.
Η Αναγνώριση του «Αυτόματου Πιλότου»
Η κατανόηση αυτών των τεσσάρων πτυχών είναι καθοριστική για τη θεραπευτική διαδικασία. Η αναγνώριση της δικής μας κυρίαρχης άμυνας απαιτεί ειλικρίνεια και υπομονή. Οι περισσότεροι από εμάς δεν χρησιμοποιούμε μόνο μία, αλλά έχουμε μια «αγαπημένη» που ενεργοποιείται πρώτη. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ντροπή για τον τρόπο που αντέδρασαν σε έναν κίνδυνο, ειδικά αν «πάγωσαν» ή αν «υποτάχθηκαν». Ωστόσο, η νευροβιολογία μας διδάσκει ότι αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι συνειδητές επιλογές, αλλά αυτόματες αποκρίσεις του εγκεφάλου που είχε ως μοναδικό σκοπό την επιβίωση (Herman, 1992). Η αναγνώριση του ποιο μοντέλο χρησιμοποιούμε συχνότερα μας επιτρέπει να αναπτύξουμε αυτοσυμπόνια. Αντί να κατηγορούμε τον εαυτό μας που «δεν πάλεψε», μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι το «πάγωμα» ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε το σύστημά μας για να μας προστατέψει από έναν αφόρητο πόνο.
- Αν η πρώτη σου παρόρμηση είναι να φωνάξεις και να κατηγορήσεις, είσαι στο Fight.
- Αν θέλεις να εξαφανιστείς ή να αρχίσεις να τρέχεις για να προλάβεις τα πάντα, είσαι στο Flight.
- Αν σταματάς να νιώθεις, κοιτάς το κενό και δεν μπορείς να μιλήσεις, είσαι στο Freeze.
- Αν αρχίζεις να κολακεύεις και να υποχωρείς αμέσως, είσαι στο Fawn.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι ελαττώματα του χαρακτήρα μας. Είναι τα παράσημα της επιβίωσής μας. Κάποτε, σε ένα εχθρικό περιβάλλον, αυτές οι άμυνες μας έσωσαν τη ζωή. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν ο κίνδυνος έχει περάσει, αλλά το νευρικό μας σύστημα παραμένει «κολλημένο» σε αυτές τις καταστάσεις (van der Kolk, 2014).
Ο Δρόμος προς την Ευελιξία και την Ίαση
Η θεραπεία δεν στοχεύει στην κατάργηση αυτών των αντιδράσεων —κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και επικίνδυνο— αλλά στην απόκτηση «νευρολογικής ευελιξίας». Σύμφωνα με την Porges (2011), η υγεία ορίζεται ως η ικανότητα να μετακινούμαστε ελεύθερα μεταξύ των καταστάσεων του νευρικού συστήματος. Να μπορούμε να μαχηθούμε όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αλλά να μπορούμε και να ηρεμούμε, να συνδεόμαστε και να αγαπάμε όταν είμαστε ασφαλείς.
Το πρώτο βήμα είναι η Αυτοσυμπόνια. Πρέπει να σταματήσουμε να κρίνουμε τον εαυτό μας που «πάγωσε» σε μια δύσκολη στιγμή ή που «υποτάχθηκε» σε έναν χειριστικό άνθρωπο. Η Herman (1992) τονίζει ότι η ανάκτηση του ελέγχου ξεκινά με την ονοματοδοσία: «Αυτή τη στιγμή το σώμα μου αντιδρά με Φυγή». Αυτή η παρατήρηση δημιουργεί ένα μικρό κενό ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση, επιτρέποντας στον προμετωπιαίο φλοιό να επανέλθει σε λειτουργία.
Το δεύτερο βήμα είναι η Σωματική Επίγνωση. Επειδή το τραύμα αποθηκεύεται στο σώμα, η θεραπεία πρέπει να περιλαμβάνει το σώμα. Τεχνικές όπως η γιόγκα, οι αναπνοές και η σωματική ψυχοθεραπεία βοηθούν το νευρικό σύστημα να «ξεκολλήσει» από τον κύκλο του φόβου. Όταν το σώμα μαθαίνει ότι μπορεί να είναι χαλαρό και ασφαλές στο παρόν, οι αυτόματες άμυνες αρχίζουν να υποχωρούν.
Τέλος, η Κοινωνική Σύνδεση είναι το απόλυτο αντίδοτο στον φόβο. Ο Bowlby (1988) υποστήριξε ότι η παρουσία ενός ασφαλούς άλλου μπορεί να ρυθμίσει το νευρικό μας σύστημα. Μέσα από υγιείς σχέσεις και θεραπευτικές συμμαχίες, μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται πλέον να παλεύουμε, να τρέχουμε, να παγώνουμε ή να υποτασσόμαστε για να μας αγαπούν και να είμαστε ασφαλείς. Η ελευθερία έρχεται όταν το «πρέπει να επιβιώσω» αντικαθίσταται από το «μπορώ να ζήσω».
Στην πορεία προς την ίαση, ο στόχος δεν είναι να εξαφανίσουμε αυτές τις αντιδράσεις, καθώς είναι απαραίτητες για την επιβίωση, αλλά να αποκτήσουμε ευελιξία. Ένα υγιές νευρικό σύστημα είναι αυτό που μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αλλά μπορεί και να επιστρέψει στην κατάσταση ηρεμίας και κοινωνικής σύνδεσης όταν η απειλή περάσει (Porges, 2011). Η θεραπεία βοηθά το άτομο να καταλάβει ότι το παρελθόν τελείωσε και ότι πλέον έχει τη δυνατότητα να επιλέξει νέους τρόπους απόκρισης, πέρα από τον αυτόματο πιλότο του τραύματος. Όταν το σώμα αρχίζει να νιώθει ξανά ασφαλές, οι λούπες της μάχης, της φυγής, του παγώματος και της υποταγής αρχίζουν να υποχωρούν, αφήνοντας χώρο για μια ζωή που βασίζεται στην επιλογή και όχι στον φόβο.
Σας ευχαριστώ

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Cannon, W. B. (1932). The wisdom of the body. W. W. Norton & Company.
Herman, J. L. (1992). Trauma and recovery: The aftermath of violence—from domestic abuse to political terror. Basic Books.
Levine, P. A. (2010). In an unspoken voice: How the body releases trauma and restores goodness. North Atlantic Books.
Porges, S. W. (2011). The polyvagal theory: Neurophysiological foundations of emotions, attachment, communication, and self-regulation. W. W. Norton & Company.
van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.
Walker, P. (2013). Complex PTSD: From surviving to thriving: A guide and map for recovering from childhood trauma. Azure Coyote Publishing.