«Γιατί ο Εαυτός μας είναι ο Πρώτος μας Σύντροφος;»
Η φράση «αν δεν μπορείς να αγαπήσεις τον εαυτό σου, πώς στο καλό θα αγαπήσεις κάποιον άλλον;», αν και έχει γίνει ευρέως γνωστή μέσα από την ποπ κουλτούρα, και κυρίως την Drag persona Ru Paul, κρύβει έναν βαθύτατο ψυχολογικό πυρήνα που αγγίζει τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης και της θεωρίας των διαπροσωπικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μια απλή προτροπή για «αυτοφροντίδα», αλλά για μια θεμελιώδη αρχή της αναπτυξιακής ψυχολογίας: η σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας αποτελεί το προσχέδιο, το καλούπι πάνω στο οποίο χτίζονται όλες οι μετέπειτα σχέσεις μας. Όταν το «εγώ» στερείται αποδοχής, το «εμείς» γίνεται μια προσπάθεια κάλυψης κενών και όχι μια αυθεντική ένωση δύο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων.
Από ψυχολογική άποψη, η ικανότητα να αγαπάμε τον εαυτό μας συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της αυτοεκτίμησης και του ασφαλούς δεσμού. Σύμφωνα με τη θεωρία του δεσμού (Attachment Theory), οι πρώιμες εμπειρίες μας με τους φροντιστές μας διαμορφώνουν τα «εσωτερικά μοντέλα εργασίας» για το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους (Bowlby, 1988). Αν ένα άτομο μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη ήταν υπό όρους ή η κριτική ήταν διαρκής, αναπτύσσει μια εσωτερική φωνή που είναι αυστηρή και απορριπτική. Αυτό το άτομο, στην ενήλικη ζωή του, δυσκολεύεται να αγαπήσει τον εαυτό του γιατί δεν «έμαθε» πώς μοιάζει η άνευ όρων αποδοχή. Ως αποτέλεσμα, όταν εισέρχεται σε μια σχέση, μεταφέρει μαζί του αυτή την ανασφάλεια, αναζητώντας απεγνωσμένα από τον σύντροφό του την επιβεβαίωση που το ίδιο δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό του.
Το πρόβλημα που ανακύπτει όταν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας είναι ότι η αγάπη που προσφέρουμε στους άλλους γίνεται συχνά «προβολική» ή «εξαρτητική». Σύμφωνα με τον Fromm (1956) στο κλασικό του έργο Η Τέχνη της Αγάπης, η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα στο οποίο απλώς «πέφτουμε», αλλά μια δράση και μια δύναμη. Ο Fromm υποστηρίζει ότι αν η αγάπη κάποιου δεν περιλαμβάνει τον δικό του εαυτό, τότε δεν είναι καθόλου αγάπη, αλλά μια μορφή συμβιωτικής προσκόλλησης. Ένα άτομο που δεν αυτο-αγαπάται τείνει να βλέπει τον σύντροφό του όχι ως μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά ως έναν «καθρέφτη» ή έναν «διασώστη». Αυτό οδηγεί σε σχέσεις όπου η ανάγκη υπερισχύει της αγάπης. Όπως το θέτει ο Fromm, η ώριμη αγάπη λέει: «Σε αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι», ενώ η ανώριμη αγάπη λέει: «Σε χρειάζομαι γιατί σε αγαπώ».
Ένα αληθινό παράδειγμα αυτής της δυναμικής είναι ο άνθρωπος που υποφέρει από χαμηλή αυτοεκτίμηση και μπαίνει σε μια σχέση με έναν σύντροφο που τον λατρεύει. Παραδόξως, αντί να νιώσει ευτυχισμένος, αρχίζει να νιώθει δυσφορία ή καχυποψία. Η εσωτερική του φωνή ψιθυρίζει: «Αν εγώ ξέρω πόσο ανάξιος είμαι και αυτός ο άνθρωπος με αγαπάει, τότε κάτι δεν πάει καλά με την κρίση του ή έχει κάποιο κρυφό κίνητρο». Αυτό το φαινόμενο, που στην ψυχολογία σχετίζεται με την γνωστική ασυνέπεια, οδηγεί το άτομο στο να υπονομεύει τη σχέση (self-sabotage), να απομακρύνεται ή να γίνεται ελεγκτικό. Χωρίς αυτοαγάπη, η αγάπη του άλλου φαντάζει ξένη, ακατανόητη και, τελικά, απειλητική.
Επιπλέον, η έλλειψη αυτοαγάπης επηρεάζει δραματικά τα όρια που θέτουμε στις σχέσεις μας. Ένα άτομο που δεν εκτιμά τον εαυτό του δυσκολεύεται να πει «όχι», καθώς φοβάται ότι η άρνηση θα οδηγήσει στην εγκατάλειψη. Εδώ συναντάμε την αντίδραση της Υποταγής (Fawn), όπως την περιέγραψε ο Walker (2013). Το άτομο γίνεται «χαμαιλέοντας», θυσιάζοντας τις δικές του ανάγκες για να ικανοποιήσει τον άλλον. Αυτή η «αγάπη» όμως είναι εξαντλητική και ανειλικρινής. Δεν μπορείς να αγαπήσεις αληθινά κάποιον αν δεν είσαι παρών στη σχέση ως ο πραγματικός σου εαυτός. Όταν αγαπάς «υποτακτικά», στην πραγματικότητα προσφέρεις μια πλαστή εικόνα του εαυτού σου, γεγονός που δημιουργεί ένα αίσθημα μοναξιάς και στους δύο συντρόφους.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η αυτοαγάπη λειτουργεί ως το «ανοσοποιητικό σύστημα» της ψυχής μας. Μας επιτρέπει να δεχόμαστε την κριτική χωρίς να καταρρέουμε και να διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις χωρίς να νιώθουμε ότι η αξία μας απειλείται. Σύμφωνα με τον Rogers (1961), η άνευ όρων θετική αναγνώριση του εαυτού είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την προσωπική ανάπτυξη. Όταν αγαπάμε τον εαυτό μας, δεν γινόμαστε ναρκισσιστές – αντιθέτως, ο ναρκισσισμός είναι συχνά το προσωπείο μιας βαθιάς έλλειψης αυτοαγάπης. Η υγιής αυτοαγάπη σημαίνει ότι αναγνωρίζω τα ελαττώματά μου, τα αποδέχομαι και δεν χρειάζεται να τα κρύψω από τον σύντροφό μου. Αυτή η διαφάνεια είναι που επιτρέπει στην οικειότητα να ανθίσει. Χωρίς αυτήν, η σχέση παραμένει στην επιφάνεια, καθώς ο φόβος της αποκάλυψης του «ελαττωματικού» εαυτού εμποδίζει τη βαθιά σύνδεση.
Τι καταλαβαίνει ο άλλος που προσπαθεί να αγαπήσει κάποιον που δεν αγαπά τον εαυτό του; Συχνά νιώθει μια απέραντη κούραση. Είναι σαν να προσπαθεί να γεμίσει ένα βαρέλι που δεν έχει πάτο. Όση αγάπη, επιβεβαίωση και προσοχή κι αν δώσει, δεν είναι ποτέ αρκετή για να καλύψει το κενό της αυτοαπόρριψης του συντρόφου του. Με τον καιρό, ο σύντροφος που προσφέρει μπορεί να νιώσει απογοήτευση ή και θυμό, καθώς η αγάπη του δεν «πιάνει τόπο». Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο όπου το άτομο με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση νιώθει ακόμη πιο ανάξιο, επιβεβαιώνοντας την αρχική του πεποίθηση ότι είναι «αδύνατο να αγαπηθεί».
Η ίαση και η αλλαγή αυτής της δυναμικής δεν έρχονται μέσα από την εύρεση του «ιδανικού» συντρόφου, αλλά μέσα από την εσωτερική εργασία. Η θεραπεία συχνά εστιάζει στο να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει αυτοσυμπόνια (self-compassion). Όπως υποστηρίζει ο Neff (2011), η αυτοσυμπόνια περιλαμβάνει την καλοσύνη προς τον εαυτό μας στις δύσκολες στιγμές και την αναγνώριση ότι η ατέλεια είναι μέρος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Όταν αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με τη στοργή που θα δείχναμε σε έναν αγαπημένο φίλο, το «σημείο ρύθμισης» του νευρικού μας συστήματος αλλάζει. Αρχίζουμε να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στο ίδιο μας το δέρμα.
Τελικά, η φράση «αγάπα τον εαυτό σου» δεν είναι ένας εγωιστικός προορισμός, αλλά η αφετηρία για κάθε υγιή αλληλεπίδραση. Όταν αγαπάμε τον εαυτό μας, η αγάπη μας προς τους άλλους παύει να είναι μια συναλλαγή ή μια αναζήτηση σωτηρίας. Γίνεται μια ελεύθερη επιλογή. Μπορούμε να αγαπήσουμε τον άλλον γι' αυτό που πραγματικά είναι, επειδή δεν τον χρειαζόμαστε πια για να μας «διορθώσει». Η αυτοαγάπη δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο η αγάπη για τον άλλον μπορεί να αναπνεύσει, να μεγαλώσει και να αντέξει στον χρόνο. Είναι η διαπίστωση ότι είμαστε «αρκετοί» από μόνοι μας, και αυτή η πληρότητα είναι το πιο πολύτιμο δώρο που μπορούμε να φέρουμε σε οποιαδήποτε σχέση.
Σας ευχαριστώ

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Fromm, E. (1956). The art of loving. Harper & Row.
Neff, K. D. (2011). Self-compassion: The proven power of being kind to yourself. William Morrow.
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.
Walker, P. (2013). Complex PTSD: From surviving to thriving: A guide and map for recovering from childhood trauma. Azure Coyote Publishing.