Skip to main content

«Οθόνες και Συναισθήματα: Γιατί η Γκρίνια Χρειάζεται Επαφή και όχι Pixel»

«Οθόνες και Συναισθήματα: Γιατί η Γκρίνια Χρειάζεται Επαφή και όχι Pixel»

Η πρακτική της χρήσης μιας οθόνης ως «ψηφιακής πιπίλας» για την καταστολή της παιδικής γκρίνιας ή των συναισθηματικών ξεσπασμάτων είναι μια από τις πιο κοινές προκλήσεις της σύγχρονης γονεϊκότητας. Σε έναν κόσμο που απαιτεί από τους γονείς να είναι διαρκώς παραγωγικοί και διαθέσιμοι, η προσφορά ενός tablet φαντάζει ως μια αθώα, γρήγορη λύση για λίγα λεπτά ηρεμίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την απλή κίνηση κρύβεται ένας περίπλοκος ψυχολογικός μηχανισμός που επηρεάζει τη συναισθηματική ρύθμιση του παιδιού, τη δυναμική της σχέσης γονέα-παιδιού και τη μετέπειτα ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται τη ματαίωση. Η κατανόηση αυτής της δυναμικής δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση του γονέα, αλλά στην ανάδειξη των αναγκών που μένουν ακάλυπτες πίσω από τη λάμψη της οθόνης.

Στο επίκεντρο αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται η έννοια της συναισθηματικής ρύθμισης. Τα παιδιά, λόγω της ανωριμότητας του προμετωπιαίου φλοιού τους, δεν διαθέτουν τους βιολογικούς μηχανισμούς για να ηρεμήσουν μόνα τους όταν νιώθουν εκνευρισμό, ανία ή θυμό. Χρειάζονται έναν ενήλικα να λειτουργήσει ως «εξωτερικός ρυθμιστής» (co-regulation). Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού, ο γονέας είναι το ασφαλές λιμάνι που βοηθά το παιδί να επεξεργαστεί το συναίσθημά του (Bowlby, 1988). Όταν αντί για τη γονεϊκή παρουσία παρεμβάλλεται μια οθόνη, η διαδικασία της συν-ρύθμισης διακόπτεται. Το παιδί δεν μαθαίνει να ηρεμεί μέσα από τη σχέση ή την εσωτερική επεξεργασία, αλλά μέσω ενός εξωτερικού, τεχνητού ερεθίσματος που αποσπά την προσοχή του. Αυτό δημιουργεί μια «συναισθηματική παράκαμψη» (emotional bypass), όπου το συναίσθημα δεν θεραπεύεται, απλώς καταστέλλεται.

Η χρήση της οθόνης για τον κατευνασμό της γκρίνιας βασίζεται σε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε αρνητική ενίσχυση. Ο γονέας, προκειμένου να σταματήσει το δυσάρεστο ερέθισμα (το κλάμα ή τη γκρίνια), δίνει το κινητό. Η άμεση παύση της γκρίνιας λειτουργεί ως «επιβράβευση» για τον γονέα, ο οποίος είναι πιο πιθανό να επαναλάβει την ίδια κίνηση στο μέλλον. Ταυτόχρονα, το παιδί μαθαίνει ότι η έντονη συναισθηματική πίεση οδηγεί στην παροχή ενός εξαιρετικά ευχάριστου ερεθίσματος. Σύμφωνα με έρευνες, αυτή η πρακτική μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο: όσο περισσότερο χρησιμοποιείται η οθόνη ως εργαλείο ρύθμισης, τόσο λιγότερο το παιδί θα αναπτύσσει δικές του στρατηγικές διαχείρισης, με αποτέλεσμα να γκρινιάζει περισσότερο την επόμενη φορά που θα στερηθεί την οθόνη (Radesky et al., 2016).

Ένα αληθινό παράδειγμα είναι η περίπτωση ενός παιδιού σε ένα εστιατόριο που αρχίζει να διαμαρτύρεται επειδή βαριέται ή επειδή το φαγητό αργεί. Ο γονέας, νιώθοντας την πίεση του κοινωνικού περιβάλλοντος και τη δική του εξάντληση, του δίνει το κινητό για να παρακολουθήσει βίντεο. Σε εκείνη τη στιγμή, το παιδί εισέρχεται σε μια κατάσταση «υπνωτικής» συγκέντρωσης. Ο εγκέφαλός του κατακλύζεται από ντοπαμίνη λόγω των γρήγορων εναλλαγών εικόνων και ήχων. Ωστόσο, η ανία που ένιωθε πριν ήταν μια ευκαιρία να αναπτύξει δημιουργικότητα, να συζητήσει με τους γονείς του ή να μάθει να περιμένει (delayed gratification). Η κατάργηση της ανίας μέσω της τεχνολογίας στερεί από το παιδί την εξάσκηση της υπομονής, μια δεξιότητα που είναι απαραίτητη για την ακαδημαϊκή και κοινωνική του επιτυχία (Twenge, 2017).

Επιπλέον, η συστηματική χρήση της οθόνης ως μέσο κατευνασμού επηρεάζει την ενσυναίσθηση και την κοινωνική μάθηση. Τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν τα συναισθήματα των άλλων μέσα από την οπτική επαφή και την παρατήρηση των εκφράσεων του προσώπου. Όταν το παιδί είναι απορροφημένο σε μια οθόνη, χάνει τις λεπτές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που συμβαίνουν γύρω του. Σύμφωνα με τον Turkle (2015), η τεχνολογία μας προσφέρει την ψευδαίσθηση της συντροφιάς χωρίς τις απαιτήσεις της φιλίας. Ένα παιδί που μεγαλώνει «παρηγορούμενο» από μια οθόνη, μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται να συνδεθεί βαθιά με τους ανθρώπους, καθώς έχει μάθει να αναζητά ανακούφιση σε αντικείμενα και όχι σε δεσμούς. Η οθόνη δεν έχει ενσυναίσθηση. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το παιδί κλαίει, απλώς το αποσπά.

Τι συμβαίνει όμως στο σώμα του παιδιού; Η διαρκής έκθεση σε έντονα ψηφιακά ερεθίσματα κρατά το νευρικό σύστημα σε μια κατάσταση υψηλής διέγερσης, παρόλο που το παιδί φαίνεται ακίνητο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα ύπνου, αυξημένη ευερεθιστότητα και δυσκολία στη συγκέντρωση όταν η οθόνη απομακρύνεται. Όπως επισημαίνει ο van der Kolk (2014), η ικανότητα του σώματος να νιώθει ασφάλεια και ηρεμία χτίζεται μέσα από την κίνηση και την ανθρώπινη επαφή. Η ψηφιακή ακινησία είναι μια μορφή «παγώματος» που δεν επιτρέπει στο παιδί να εκτονώσει την ενέργεια του εκνευρισμού του, αλλά την καταχωνιάζει κάτω από ένα στρώμα τεχνητής διέγερσης.

Η πρόκληση για τον σύγχρονο γονέα είναι να αναγνωρίσει ότι η γκρίνια του παιδιού είναι μια μορφή επικοινωνίας. Το παιδί δεν γκρινιάζει για να μας ταλαιπωρήσει, αλλά γιατί νιώθει μια ανάγκη που δεν μπορεί να κατονομάσει. Όταν δίνουμε το tablet, είναι σαν να λέμε στο παιδί: «Το συναίσθημά σου είναι ενοχλητικό και δεν θέλω να το δω». Αντίθετα, η αποδοχή του συναισθήματος («Βλέπω ότι είσαι κουρασμένος/βαριέσαι, είναι δύσκολο να περιμένεις») χτίζει την αυτοεκτίμηση του παιδιού. Σύμφωνα με τον Rogers (1961), η άνευ όρων αποδοχή της εμπειρίας του άλλου είναι το κλειδί για την ψυχική υγεία. Το παιδί που νιώθει ότι οι γονείς του αντέχουν τη γκρίνια του, μαθαίνει ότι και το ίδιο μπορεί να αντέξει τα δύσκολα συναισθήματά του.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Η λύση δεν είναι η πλήρης απαγόρευση, αλλά η επιστροφή στη σύνδεση. Αντί για το tablet, μπορούμε να προσφέρουμε μια μικρή δραστηριότητα (χαρτί και μαρκαδόρους), να συμπεριλάβουμε το παιδί στη συζήτηση ή απλώς να του δώσουμε λίγα λεπτά αποκλειστικής προσοχής. Η ίαση της «ψηφιακής εξάρτησης» ξεκινά από την κατανόηση ότι ο γονέας είναι το πιο ενδιαφέρον και σημαντικό «παιχνίδι» για το παιδί. Όπως τονίζει ο Walker (2013), η ανάκτηση της παρουσίας μας είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στην επόμενη γενιά. Η γκρίνια θα σταματήσει όχι επειδή το παιδί αποσπάστηκε, αλλά επειδή ένιωσε ότι κάποιος το άκουσε και το κατάλαβε.

Σας ευχαριστώ

gio.png

📩 Αν θες να συζητήσουμε κάτι επιπλέον για τα παραπάνω, επικοινώνησε μαζί μου στη φόρμα επικοινωνίας στο www.anestopoulos.com ή στο τηλέφωνο +30 6936892396.


Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Radesky, J. S., Peacock-Chambers, E., Zuckerman, B., & Silverstein, M. (2016). Use of mobile technology to calm upset children: Associations with social-emotional development. JAMA Pediatrics, 170(7), 697–699.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.

Turkle, S. (2015). Reclaiming conversation: The power of talk in a digital age. Penguin Press.

Twenge, J. M. (2017). iGen: Why today’s super-connected kids are growing up less rebellious, more tolerant, less happy—and completely unprepared for adulthood. Atria Books.

van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.

Walker, P. (2013). Complex PTSD: From surviving to thriving: A guide and map for recovering from childhood trauma. Azure Coyote Publishing.